Fact or Fiction: το πρώτο δείγμα

Λίγο περισσότερο από ένας μήνας Ευρωλίγκας κι ακολουθώντας το ταξίδι των ελληνικών ομάδων στον ευρωπαϊκό χάρτη νιώθει κανείς πως όσα έχει δει μέχρι στιγμής συνιστούν ένα δείγμα τουλάχιστον ικανοποιητικό, ώστε να μπορούν να γίνουν ουσιαστικές παρατηρήσεις γύρω από τα όσα παρουσιάζονται στο παρκέ. Χρησιμοποιώντας δομή ερωτήσεων και απαντήσεων, το Hoop Fiction επιστρέφει, καθιερώνοντας μια συζήτηση γύρω από ζητήματα που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία των εκπροσώπων μας (και όχι μόνο) στη διοργάνωση.

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ

– Αντέχει να περιμένει τον Patrick Young;

Σε αναζήτηση απάντησης, απαραίτητη είναι μια παράθεση των στατιστικών του Αμερικανού μετά από τα 7 παιχνίδια στα οποία έχει συμμετάσχει:

Χωρίς τίτλο.png

Μετά την παρατήρηση της στατιστικής, ας σκεφτούμε το πώς ο Ολυμπιακός καλύπτει τη θέση 5 στην οποία, εκτός του Young, συνυπάρχουν ο Nikola Milutinov και ο Khem Birch. O Σέρβος αγωνίζεται κατά μέσο όρο για 9:40 ανά αγώνα, ενώ ο Καναδός για 21:37 κι αν αθροίσουμε αυτούς τους χρόνους, μαζί με τα 7:38 του Young, προκύπτουν 38:55 (όσο απομένει για τα 40:00 έχει να κάνει με τις στιγμές που ο coach Σφαιρόπουλος προέκρινε την επιλογή του smallball με το Γιώργο Πρίντεζη και τον Ιωάννη Παπαπέτρου να αποτελούν τη frontline). Η χρονική ανάγνωση, όμως, δεν απεικονίζει το ποιοτικό έλλειμμα της θέσης.

Με τις δυνατότητες χρησιμοποίησης του Milutinov να είναι περιορισμένες μόνο για τις περιπτώσεις που η αντίπαλη ομάδα παρατάσσει έναν πολύ συγκεκριμένου τύπου center (δεν κυκλοφορούν πλέον πολλοί Oguz Savas και Semih Erden στα ευρωπαϊκά παρκέ), ο Ολυμπιακός χρειάζεται την ουσιαστική συμμετοχή του δεύτερου mobile που διαθέτει όταν ο Birch βρίσκεται στον πάγκο,  έτσι ώστε να μπορέσει να διατηρήσει τον υψηλό του ρυθμό σε επιθετικό και αμυντικό transition.

Χωρίς αυτό το επίπεδο αθλητικότητας στη ρακέτα όταν ο αντίπαλος παρατάσσει έναν ψηλό όπως για παράδειγμα οι Udoh, Hines, Tyus και Dorsey, οι ευθύνες που επωμίζονται Σπανούλης και Πρίντεζης στο επιθετικό κομμάτι είναι πάρα πολλές ακόμα και για το επίπεδό τους, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς πως η αντίπαλη άμυνα το μόνο που έχει να κάνει είναι η προσαρμογή της λειτουργίας της πάνω στους δύο παίκτες του Ολυμπιακού, με τον αντίπαλο mobile center να έχει τη δυνατότητα να βγει πολύ πιο άνετα στη βοήθεια όταν γνωρίζει πως ο Young δεν αποτελεί ιδιαίτερη απειλή (μια χρήσιμη υποσημείωση εδώ είναι πως τις περισσότερες των περιπτώσεων ο Lojeski δεν είναι στην ίδια πεντάδα με Σπανούλη – Πρίντεζη ώστε να υπάρχουν ταυτόχρονα τρία σημεία αναφοράς στην κόκκινη επίθεση γι’ αυτό και το επιχείρημα στοιχειοθετείται μ’ αυτούς τους δύο κατά νου).

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι πως ο παίκτης δεν παρουσιάζει σημάδια προφανούς βελτίωσης στη σειρά αγώνων μέχρι στιγμής εκτός από τον τρόπο που τρέχει στο παρκέ. Η εικόνα της Μαδρίτης στην πρεμιέρα (ο παίκτης φανερά χώλαινε με το πρόβλημα να είναι περισσότερο ψυχολογικό μετά το βαρύ τραυματισμό του) δεν έχει καμιά σχέση με το πώς πατάει πλέον ο Young όμως ακόμα κι έτσι όλα τα υπόλοιπα δεν επιτρέπουν αισιοδοξία. Λάθος τοποθετήσεις στην άμυνα (τελευταίο παράδειγμα το πάρτυ του Colton Iverson), επιτόπιο άλμα που σε τίποτα δε θυμίζει το περσινό φόβητρο, κακός συγχρονισμός στο rebounding κι όλα αυτά δε δίνουν στο Γιάννη Σφαιρόπουλο τη δυνατότητα να τον αφήσει για περισσότερο χρόνο στο παρκέ (χαρακτηριστικό το ότι έπαιξε τα περισσότερα λεπτά στη Μαδρίτη σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες συμμετοχές του).

Στις αναμετρήσεις που ο Ολυμπιακός έπρεπε να αντιπαρατάξει αθλητικότητα για να επιβάλλει το δικό του ρυθμό και να πάρει το momentum με ομαδική άμυνα που θα δημιουργούσε ευκαιρίες στην επίθεση, η πληγή στο 5 ήταν εμφανής. Τα 18 λεπτά που κάθεται ο Birch στον πάγκο είναι πάρα πολλά για να μένει ο Ολυμπιακός χωρίς σημείο αναφοράς στο ζωγραφιστό. Ο Δεκέμβριος είναι ο μήνας που πρέπει να παρθούν τελικές αποφάσεις για το θέμα του Patrick Young κι αυτό που ο Ολυμπιακός πρέπει να θυμάται είναι πως η είσοδος στο Final 4 ενδέχεται να περνάει από Κωνσταντινούπολη (Udoh-Vesely), Μαδρίτη (Randolph-Hunter-Ayon) και Μόσχα (Augustine-Hines-Kurbanov).

– Παπανικολάου ή Παπαπέτρου;  

Ο Παπαπέτρου λογίζεται ως back-up PF κι ο Παπανικολάου ως starter SF όμως οι ρόλοι στους forwards του Ολυμπιακού είναι μια κατάσταση ευμετάβλητη κι ακόμα κι αν η κύρια θέση τους είναι διαφορετική η παράθεση της στατιστικής είναι και σ’ αυτή τη συζήτηση η βάση για επιχειρηματολογία:

Χωρίς τίτλο.png

Τι προκύπτει ότι χρειάζεται οπωσδήποτε ο Ολυμπιακός μετά τα πρώτα παιχνίδια; Επιθετικό πλουραλισμό για να αποσυμπιεστεί το δίδυμο Σπανούλης-Πρίντεζης. Ποιοι είναι οι τρεις που τις περισσότερες φορές συμπληρώνουν την πεντάδα του Ολυμπιακού μαζί με τους δύο ηγέτες του; Ο Βαγγέλης Μάντζαρης, ο Κώστας Παπανικολάου και ο Khem Birch. Οι επιλογές με την μπάλα στα χέρια του Σπανούλη είναι συγκεκριμένες: προσωπική φάση μέχρι το καλάθι ή εκτέλεση με το κλασικό step-back, pick and roll με Khem Birch, και διείδυση με πάσα σε baseline cut ή με πάσα στην αδύναμη πλευρά για εκτέλεση. Ο Μάντζαρης σουτάρει παραπάνω από καλά φέτος (40.5% από το τρίποντο) κι αυτό φαίνεται κι από το ότι το 84% των προσπαθειών του είναι σουτ από το τρίποντο. Το πρόβλημα είναι η αποτελεσματικότητα του Κώστα Παπανικολάου στη weak side.

Φέτος σουτάρει με 8.3% από το τρίποντο έχοντας ευστοχήσει σε μόλις 2 από τις 24 συνολικά προσπάθειες που επιχείρησε ενώ το true shooting percentage του (TPS, μέτρο αποτελεσματικότητας του σουτ που λαμβάνει υπόψιν δίποντα τρίποντα και ελεύθερες βολές) είναι με 36.6% το δεύτερο χειρότερο μετά του Δημήτρη Αγραβάνη (ο οποίος έχει αγωνιστεί σε μόλις 4 παιχνίδια και με μέσο όρο χρόνου 6:02). Στο αντίθετο άκρο της αποτελεσματικότητας στο σκοράρισμα είναι η απόδοση του Παπανικολάου στις υπόλοιπες στατιστικές κατηγορίες. 3ος rebounder με 3.3 ανά αγώνα πίσω μόνο από Birch και Πρίντεζη, 4ος στα λιγότερα λάθη ανά 100 κατοχές (3ος ο Παπαπέτρου με 7.8) και τέταρτος στο ποσοστό των εύστοχων σουτ που προέρχονται από δική του assist για όσο βρίσκεται στο παρκέ με 11.5%.

Μπορεί ο Ιωάννης Παπαπέτρου να καλύψει το επιθετικό έλλειμμα του συμπαίκτη του; Τόσο η στατιστική (30% φέτος από το τρίποντο, το 60.6 των προσπαθειών του είναι σουτ από το τρίποντο με TPS στο 50.5%) όσο και η εικόνα του απλού παρατηρητή που δεν τον αφορούν οι αριθμοί του αθλήματος οδηγεί σε κατάφαση. Ας σκεφτούμε το φυσικό του πακέτο, το mentality που επιδεικνύει (hustle plays σε παιχνίδια πολύ σκληρά) και το ότι όταν του ζητηθεί είναι πάντα αποτελεσματικός: ίσως ξενίσει μερικούς, αλλά ο Ιωάννης Παπαπέτρου είναι ένας παίκτης που μπορεί να προσεγγίσει το επίπεδο του Jonas Maciulis – κι ο νεαρός έχει τη δυνατότητα να το πετύχει (με άπειρες εργατοώρες σε low post άμυνα κι επίθεση).

Ο Παπανικολάου επέστρεψε σίγουρα βαρύτερος και ένα (ή και παραπάνω) κλικ πιο αργός από το ΝΒΑ – αρκέι να σκεφτεί κανείς πόσα από τα παλιά του αέρινα baseline καρφώματα πλέον είτε καταλήγουν σε απλό lay up είτε δεν τα επιχειρεί καν. Ο σωστός τρόπος δεν είναι το να εκβιάζεις καταστάσεις για να πετύχεις το ακατόρθωτο, αλλά το να χρησιμοποιείς σωστά το κάθε εξάρτημα για την ομαλή λειτουργία μιας μηχανής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παρακάτω play:

giphy.gif

Penetration του Hackett και πάσα στον Παπανικολάου που περιμένει στην αδύναμη πλευρά, κακή τοποθέτηση του Oleson στην close-out άμυνα και οι ρόλοι αντιστρέφονται με τον Παπανικολάου να τροφοδοτεί τον Hackett στη γωνία – το να βγει ελεύθερο σουτ στη strong side όπως παραπάνω απαιτεί χειρουργική ακρίβεια στην εκτέλεση κάθε κίνησης.

Ο Ολυμπιακός οφείλει να πάρει το maximum από τους δύο αυτούς παίκτες. Σύμφωνα με όσα έχουμε δει αυτό δεν συμβαίνει μέχρι στιγμής, αλλά με κάποιες μικροαλλαγές στη διαχείριση των lineups το να το πετύχει δεν είναι πολύ μακριά. Το δίλημμα Παπανικολάου ή Παπαπέτρου δεν υπάρχει καν. Η πραγματική ερώτηση είναι το πώς πρέπει να τους διαχειριστείς ώστε να αποδόσουν καλύτερα. Μια δοκιμή με τον Παπαπέτρου ως starter και τον Παπανικολάου ως το εργαλείο που θα συνδέει τις πεντάδες με Green, Lojeski, Hackett και θα βοηθάει στη διατήρηση της ομαδικής αθλητικότητας ίσως είναι η καλύτερη λύση. Όσο για το status του starter και το πόσο μπορεί να κοστίσει σε κάποιον ενδεχόμενη απώλειά του; Σ’αυτό μπορούμε να ρωτήσουμε τον Milos Teodosic που (όταν ο De Colo είναι υγιής) ξεκινάει από τον πάγκο.

ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ

– Ποιο είναι το πρόβλημα στην άμυνα;

Οι πράσινοι έχουν χτίσει διαφορές που δεν κατάφεραν να διατηρήσουν μέχρι το τέλος αλλά χρειάστηκε να επιβιώσουν (ή και όχι) σε κλειστές καταστάσεις σε πολλά παιχνίδια μέχρι στιγμής (Αnadolu Efes εκτός, εντός με Maccabi, Ολυμπιακό και Darussafaka). Αν έπρεπε να υπογραμμίσουμε ένα αμυντικό πρόβλημα ως αυτό που δίνει τα περισσότερα δικαιώματα για την επιστροφή των αντιπάλων στο παιχνίδι, αυτό θα ήταν χωρίς δεύτερη σκέψη η αμυντική βοήθεια της αδύναμης πλευράς. Το πιο δυσάρεστο (για τους φίλους του Παναθηναϊκού)  παράδειγμα αυτού του προβλήματος είναι το παρακάτω:

giphy (1).gif

Παρατηρήστε το πώς ο Feldeine μένει πίσω από την πλάτη του Πρίντεζη, ενώ θα έπρεπε να έχει βγει μπροστά και να μην επιτρέψει την πάσα. Αντίστοιχη ήταν και η αντίδραση του James Gist σε δύο συνεχόμενες άμυνες του Παναθηναικού στην Κωνσταντινούπολη απέναντι στην Efes:

image03.gif

Στην πρώτη φάση, ο Gist καθυστερεί ελάχιστα δέκατα του δευτερολέπτου μέχρι να καταλάβει πως πρέπει να δώσει τη βοήθεια στον κεντρικό διάδρομο και το αποτέλεσμα είναι καλάθι και φάουλ από τον Bryant Dunston. Στη δεύτερη φάση, ο Gist δεν κάνει καν κίνηση για τη βοήθεια παραμένοντας στη weak side και ο Dunston καρφώνει ξανά με τον Μπουρούση να μην προλαβαίνει να τον ακολουθήσει.

Ο Παναθηναικός πρέπει να μάθει να αντιδρά καλύτερα σε τέτοιες καταστάσεις – η βοήθεια της weak side πολύ συχνά χάνεται, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, είτε λόγω ασυνεννοησίας των αμυντικών είτε από μια στιγμή που ο παίκτης διστάζει για το πού τελικά πρέπει να τοποθετηθεί (ορισμός του συγκεκριμένου οι κινήσεις των Feldeine-Gist στα παραπάνω gifs), κι αυτό πρέπει ν’αλλάξει.

Όταν ο ψηλός τραβιέται εκτός της ρακέτας, είτε στην κορυφή είτε στα πλάγια, οι αμυντικοί που βρίσκονται στην αδύναμη πλευρά πρέπει να μάθουν να αντιδρούν με ετοιμότητα και ακρίβεια. Το ίδιο ισχύει και για τις καταστάσεις μετά από προσπάθεια του αντιπάλου που επιτίθεται – το rebounding των παικτών του Xavi Pasqual είναι ανοιχτή πληγή για την ομάδα, κι αυτός είναι ένας ακόμα βασικός λόγος για τις φορές που χάθηκε το προβάδισμα.

ΥΓ: Πηγή στατιστικών είναι τα sites Euroleague.net (αγγλική έκδοση) και Basketball Reference.

ΥΓ1: Το κείμενο γράφτηκε πριν τα παιχνίδια της Παρασκευής.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Create a website or blog at WordPress.com

Up ↑