Zalgiris Kaunas: Περιήγηση στο Πράσινο Δάσος

Παρόν, παρελθόν, μνήμες, και προσωπικότητες της Zalgiris Kaunas.

Εκεί όπου γεννιούνται ακόμα θρύλοι, βουτηγμένοι συνήθως στον πάγο και τη βότκα, στα παράλια της Βαλτικής, μιας θάλασσας που μοιάζει με ασύμμετρη πισίνα, πάντα ανάμεσα σε μια πολιτισμική απειλή από τη δύση και μια ιμπεριαλιστική από τη Ρωσία —εκεί όπου ο ήλιος χάνεται και κάνει μήνες να επιστρέψει, εκεί όπου η ελευθερία χάθηκε για δεκαετίες, εκεί όπου όταν χρησιμοποιούν τη λέξη θρησκεία μπορεί απλά, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, να μιλούν για μπάσκετ.

Η Λιθουανία και η Zalgiris, η πιο γνωστή μπασκετική της εκπρόσωπος, παράγουν ακόμα κάτι εξωτικό στο βλέμμα που επιχειρεί να τις αντικρίσει, μια αύρα αισθητή στον καθένα, σαν ίχνος αρώματος σε καπάκι κολόνιας, το οποίο σου επιτρέπει να το εντοπίσεις αλλά δεν είναι πάντα αρκετό για να μπορέσεις να το περιγράψεις.

Το Hoop Fiction, με τη βοήθεια του Ηλία Ζούρου, του Donatas Urbonas, και του Ignas από τους Green White Boys, κοιτάζει τη μεταξύ τους διασταύρωση, αυτή μεταξύ ομάδας και χώρας, μεταξύ Zalgiris και Λιθουανίας, και συγκροτεί 8 κεφάλαια από τη πρόσφατη και παλαιότερη ιστορία τους.

***

“Τα ίδια τα ονόματα”, γράφει ο Thomas Pynchon στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, “ίσως να είναι κενά, αλλά η πράξη της ονοματοδοσίας…” —κι ολοκληρώνει τη φράση του μ’ αυτόν τον τρόπο, αφήνοντας τις άπειρες πιθανότητες των αποσιωπητικών -τη δύναμη της υπόνοιας- να στέκεται σε αντιπαραβολή με τον κλειστοφοβικό χαρακτήρα κάθε κενότητας.

Το όνομα, μας λέει, δεν είναι τίποτα παραπάνω από το ηχητικό του αποτύπωμα, και η μοναδική χρήσιμη ιδιότητά του είναι ο τρόπος που δείχνει προς τις συνθήκες που οδήγησαν στην επιλογή του.

Το όνομα της Zalgiris, με τον ίδιο τρόπο, προσφέρει την αφορμή για ένα ταξίδι στα βάθη του Λιθουανικού ιστορικού χρόνου.

Η Μάχη του Grunwald έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 1410, στα σημερινά εδάφη της Πολωνίας. Από τη μία πλευρά, η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών, εκείνη την εποχή υπό καθεστώς ιδιότυπης ένωσης, με αμφότερους να μάχονται για το δικαίωμα στην ελευθερία. Από την άλλη, οι Τεύτονες Ιππότες, ένα καθολικό χριστιανικό τάγμα, το οποίο προσπαθούσε να επεκταθεί από την τότε Πρωσία, όπου ήταν η βάση του, προς τη Βαλτική.

Η σύγκρουση θεωρείται μία από τις σημαντικότερες πολεμικές συρράξεις στη μεσαιωνική Ευρώπη κι αποτέλεσε την αφετηρία μιας εποχής ευημερίας για τους νικητές, την Πολωνο-Λιθουανική συμμαχία, και την αρχή του τέλους για τους ηττημένους, δηλαδή το Τευτονικό Τάγμα.

Η νίκη των συμμάχων είχε ευρύτερες επιπτώσεις σε όλη τη Βαλτική, κάτι που, σε συνδυασμό με την έλλειψη αξιόπιστων ιστορικών πηγών, ώθησε κάθε χώρα σχεδόν της περιοχής να ενσωματώσει κάτι από εκείνο το γεγονός στην εθνική της μυθολογία. Για τη μάχη χρησιμοποιούνται διαφορετικά ονόματα σε διαφορετικές χώρες και γλώσσες, μία ακόμα ένδειξη για τη σημασία της ονοματοδοσίας, η οποία με τον τρόπο αυτό αποκαλύπτεται ως συνεργός στην κατασκευή αφηγήσεων.

Στα λιθουανικά η μάχη είναι γνωστή ως Žalgirio mūšis (η μάχη του Ζάλγκιρις), όπου Zalgiris σημαίνει πράσινο άλσος, φράση πρωτότυπα παρμένη από την πολωνική ονομασία. Η ίδρυση της ομάδας, το 1944, και το όνομα που πήρε ήταν ένας φόρος τιμής σ’ εκείνη τη μάχη και, ταυτόχρονα, η πρώτη φορά που η υπόσταση της Zalgiris τέμνονταν κάθετα με ολόκληρο το λιθουανικό έθνος.

Θ’ ακολουθούσαν πολλές ακόμη.

***

“Κανείς δεν πίστευε πως η Zalgiris θα φτάσει τόσο ψηλά.”

Συνεχόμενες εκτός έδρας νίκες σε Μιλάνο και Ανδαλουσία, νίκη εντός απέναντι στον Παναθηναϊκό και απόδραση από την Κωνσταντινούπολη, νίκη μέσα στη Βαλένθια και, στις 28 του Δεκέμβρη, ανατροπή εντός έδρας απέναντι στον Ολυμπιακό. Όπως σημειώνει ο Donatas Urbonas, Λιθουανός μπασκετικός δημοσιογράφος της ιστοσελίδας 24sek.lt, το Kaunas ένιωσε αργά πως κάτι συμβαίνει:

 

“Το κλίμα άρχισε να αλλάζει τον Ιανουάριο, όταν η ομάδα είχε ήδη αποδώσει αποτελεσματικό μπάσκετ για μήνες, ενώ είχε πετύχει και μερικές μεγάλες νίκες.”

Μπορεί να υπήρξε μια σαφής κατεύθυνση που υπαγόρευε στροφή στην αθλητικότητα (προσθήκες Brandon Davies, Axel Toupane, και Aaron White), όμως αυτή η αλλαγή, παράλληλα με το επίπεδο όσων αντικατέστησαν αυτούς που έφυγαν, δεν δικαιολογούσε προσδοκίες για μια τόσο διαφορετική σεζόν, κι αυτή είναι μια άποψη η οποία χαρακτήριζε τους πάντες μέσα στον οργανισμό της Zalgiris.

Ο Urbonas συνεχίζει:

“Όταν στο τέλος του καλοκαιριού πήρα συνέντευξη από τον Saras, μου απάντησε πως δεν ήταν σίγουρος αν η Zalgiris θα διατηρούσε την 10η θέση της προηγούμενης σεζόν. Έβλεπε πολλές ομάδες να βελτιώνονται και θεωρούσε δίκαιο πως πολλοί τοποθετούσαν την ομάδα του στις θέσεις 12-14. Το ότι υπήρξε συμφωνία για να φιλοξενηθεί το παγκόσμιο του hockey στη Zalgirio Arena τις συγκεκριμένες ημερομηνίες αποδεικνύει και το ποιες ήταν οι προσδοκίες της διοίκησης.”

Οι Green White Boys είναι ο κυριότερος σύνδεσμος οπαδών της Zalgiris. Ιδρύθηκαν το 2007 αποχωρώντας από τους Green Death (ο παλαιότερος σύνδεσμος οπαδών της ομάδας του Kaunas με μέλη μεγαλύτερης ηλικίας) με τις διαφωνίες να προκύπτουν λόγω του διαφορετικού σκεπτικού γύρω από το ποια έπρεπε να είναι η παρουσία τους στην κερκίδα.

 

18814786_10155538096352176_2373650170974944526_o
Οι Green White Boys στην κερκίδα της Zalgirio Arena

 

Ενώ οι παλιότεροι απλώς παρακολουθούσαν χωρίς χορογραφίες, καπνογόνα ή οργανωμένα συνθήματα, οι νεότεροι του συνδέσμου αποφάσισαν πως αυτό έπρεπε να αλλάξει, κι έτσι αποχώρησαν και πλέον αποτελούν το μοναδικό group οπαδών που ακολουθούν την ομάδα σε όλα τα παιχνίδια εντός της Λιθουανίας αλλά και στα περισσότερα ευρωπαϊκά.

Ρωτώντας τους για το ποιες ήταν οι φετινές προσδοκίες, αυτό που προκύπτει είναι πως η άποψη του κόσμου κινούνταν σ’ ένα πλαίσιο αντίστοιχο με αυτό των δηλώσεων του Saras:

“Προφανώς και πάντα πιστεύουμε στην ομάδα. Αν, όμως, θέλει κανείς να είναι ρεαλιστής, τότε οφείλει να παραδεχτεί πως πριν τη σεζόν θεωρούσαμε την 10η θέση ως το μέγιστο που μπορούσαμε να πετύχουμε. Τι συνέβη μετά; Όλα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη.”

***

Αναζητώντας τα πρόσωπα που στιγμάτισαν το φετινό ταξίδι των Λιθουανών, οφείλει κανείς να σταθεί στον Sarunas Jasikevicius, εξετάζοντας την περίπτωσή του όχι μόνο σχετικά με τις αμιγώς αγωνιστικές του επιλογές, αλλά προσεγγίζοντας τη σχέση του με τον οργανισμό και το πώς κατάφερε να τον επηρεάσει από πολλές διαφορετικές πλευρές –το συναίσθημα, ο χαρακτήρας, και η συνολική επιρροή του Saras σε μια χώρα που αναπνέει για το μπάσκετ αποτελούν σημαντικούς παράγοντες της εξίσωσης.

Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του Jasikevicius είναι τα όσα είχε καταφέρει να κερδίσει ως παίκτης, χωρίς η έννοια των κεκτημένων να περιορίζεται σε τίτλους, βραβεία MVP, ή στατιστικές κατηγορίες. Ακόμα κι έπαιξε μόνο την τελευταία σεζόν της καριέρας του με τη φανέλα της Zalgiris χωρίς να προϋπάρχουν ιδιαίτεροι συναισθηματικοί δεσμοί, δεν βρέθηκε κανείς να τον αμφισβητήσει οτιδήποτε κι αν αποφάσιζε:

“Ο Saras θεωρείται Θεός στη Λιθουανία. Όλοι τον εμπιστεύονται για κάθε ζήτημα, κι αυτό προεκτείνεται έξω από τα όρια του μπάσκετ”, υπογραμμίζει ο Urbonas. “Διδάσκει παίκτες, διαιτητές, δημοσιογράφους και τις περισσότερες φορές έχει δίκιο.”

Προσηλώνοντας το βλέμμα στην αίσθηση που αποπνέει η παρουσία του, οι Green White Boys εξηγούν τη διαφορά του Saras σε σχέση με τον προκάτοχό του, τον επίσης Λιθουανό Gintaras Krapikas (ο Saras ήταν assistant coach με τον Krapikas στη θέση του head coach από το 2014 έως το 2016):

“Ο Gintaras ήταν πολύ ήρεμος, ενώ ο Jasikevicius ήταν πολύ πιο δραστήριος κι όλοι το έβλεπαν αυτό. Ήταν πολλές οι φορές που ο Krapikas στεκόταν ακίνητος παρακολουθώντας, ενώ ο Saras δίπλα του φώναζε προσπαθώντας να παρακινήσει τους παίκτες. Έχει τη νοοτροπία του ηγέτη, και γι’ αυτό όλοι τον εμπιστεύτηκαν από την πρώτη στιγμή”.

Αν κανείς αναλογιστεί συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Jasikevicius, τότε θα μείνει έκπληκτος συνειδητοποιώντας την απόσταση που διένυσε προκειμένου να περιορίσει την αρνητική επιρροή που θα μπορούσαν να έχουν, καταφέρνοντας μάλιστα είτε να τα εξαλείψει, είτε να τα χρησιμοποιήσει προς όφελός του.  

Η ένταση, οι εκρήξεις, και οι γεμάτες συναίσθημα αντιδράσεις του είναι ακόμα εκεί –η εικόνα του Saras να ουρλιάζει απευθυνόμενος στον Milaknis αμέσως μετά το εύστοχο τρίποντο με το οποίο η Zalgiris κέρδισε την Fener στην Κωνσταντινούπολη έχει καταγραφεί ως μία από τις εντονότερες της σεζόν.

Από την άλλη, αυτό που συνειδητοποιεί κανείς είναι ότι καταφέρνει να διαχειρίζεται χαρακτήρες και να μεταδίδει τα όσα απαιτεί στο παρκέ ακόμα και σε στιγμές που φαινομενικά ξεφεύγει από τα όρια –μπορεί ο Milaknis να έκανε μια κίνηση που έδειχνε την απορία του για την αντίδραση του Saras, όμως δεν υπήρξε καμία ένδειξη πως το περιστατικό συνεχίστηκε ή ότι σκέφτηκε να τον αμφισβητήσει δημόσια, παρά το βάρος που προσέθετε η έντονη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής.

Ένας άνθρωπος που βίωσε εκ των έσω τον οργανισμό της Zalgiris είναι ο Ηλίας Ζούρος. Προπονητής των Λιθουανών σε δύο διαφορετικές περιόδους, αρχικά κατέκτησε Πρωτάθλημα, Κύπελλο, και Βαλτική Λίγκα τη σεζόν 2010-11, ενώ την δεύτερη φορά αντικατέστησε τον Joan Plaza, μένοντας, όμως, για μόλις 4 μήνες, από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβρη του 2013. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του στο Kaunas, η Zalgiris υπέγραψε τον Saras εν όψει της σεζόν 2013-14. Ο ίδιος μας εξηγεί:

“Είχαμε μιλήσει με τον Sarunas, και ήρθε στην ομάδα βάσει συγκεκριμένης προσέγγισης. Αρχικά, θα τελείωνε την καριέρα του ως παίκτης, ενώ μετά θα ξεκινούσε η διαδικασία με την οποία κάποια στιγμή θα αναλάμβανε ως head coach.”  

Ποια η εμπειρία του να υπάρχει ένας τέτοιος παίκτης στο roster;

“Δεν πρόλαβα να τον κοουτσάρω ιδιαίτερα. Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο ίδιος στο βιβλίο του, η φυγή μου εκείνη την περίοδο ήταν έκπληξη. Πάντως το μυαλό του και η κατανόησή του γύρω από το άθλημα ήταν προφανής.”

Παρατηρώντας τα όσα συνέβησαν από την έλευση του Saras στο Kaunas και έπειτα, μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει πως η Zalgiris κινήθηκε βάσει ενός πλάνου που στόχος του ήταν το να έρθει η στιγμή που ο Jasikevicius θα αναλάμβανε τη θέση του head coach. Ο Ηλίας Ζούρος υπογραμμίζει το πόσο απαραίτητο ήταν το χρονικό διάστημα που ο Saras είχε τη θέση του assistant δίπλα στον Krapikas:

“Είναι πολύ σημαντικό το ότι δεν έκανε το λάθος να ξεκινήσει απευθείας ως πρώτος. Κατανόησε καλύτερα το πώς πρέπει να συνεργάζεται ένα τεχνικό επιτελείο και στη συνέχεια προχώρησε στο επόμενο βήμα.”

***

Η μετακόμιση της Zalgiris από το παλιό της γήπεδο, το Kaunas Sports Hall, χτισμένο το 1939, στη Zalgirio Arena είναι μια μετάβαση από την παράδοση στη μοντέρνα εποχή. Η εμπειρία στο πρώτο πληροφορείται κατά βάση από κάτι πανίσχυρα τοπικό. Η εμπειρία στο δεύτερο από κάτι πανίσχυρα παγκόσμιο. Καθόλου τυχαία, το νέο γήπεδο ήταν προϊόν μιας τάσης που ιστορικά πάντα υπονοεί την αλλαγή μιας εποχής, δηλαδή ενός κατασκευαστικού πυρετού, αφορμή για τον οποίο αποτέλεσε το Eurobasket του 2011 που διοργανώθηκε στη χώρα.

Το νέο γήπεδο αποτελεί ένα πολυμορφικό στολίδι, χτισμένο πάνω σ’ ένα νησάκι στη μέση ενός ποταμιού λίγο έξω από το Kaunas, με την κατασκευή του να ξεκινάει το 2008 και να ολοκληρώνεται μέσα σε 3 χρόνια στοιχίζοντας 50εκ ευρώ. Ο Eugenijus Miliunas είχε την αρχιτεκτονική επιστασία του project.

thumb2-zalgiris-arena-stadium-sports-arena-kaunas-lithuania
Πανοραμική άποψη της Zalgirio Arena

Το στάδιο διακρίνεται από σύγχρονες αρχιτεκτονικές γραμμές και υλικά, ενώ προκαλεί το συνήθη πια θαυμασμό που έχουμε συνηθίσει από αντίστοιχες κατασκευές της εποχής μας. Ενώ, ωστόσο, μοιάζει να υιοθετεί τη σύγχρονη τάση που θέλει τα κυκλικά σχήματα να επικρατούν στην κατασκευή σταδίων (γήπεδα ΝΒΑ, Allianz Arena κ.α), εντύπωση που ενισχύεται σε μια πανοραμική οπτική από τον κύκλο που σχηματίζεται στην κορυφή του, όπως φαίνεται παραπάνω, τελικά αυτό απλώς δυναμώνει την αντίθεση που προκαλεί το γεμάτο γωνίες σχήμα του.

Παρελθόν και παρόν, γωνίες και κύκλοι, μια τοπική και μια παγκόσμια εμπειρία —αλλαγές και μεταβάσεις που άλλοτε προκαλούν ενθουσιασμό κι άλλοτε απογοήτευση.

“Η νέα Μέκκα του Λιθουανικού μπάσκετ”, χαρακτηρίζει ο Urbonas το νέο γήπεδο, μια φράση που παλαιότερα χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει το Kaunas Sports Hall.

“Η έδρα του Kaunas είναι από τις δυνατότερες στην Ευρώπη”, προσθέτει ο Ηλίας Ζούρος.

“Πρόκειται, απλά, για ένα σπουδαίο γήπεδο”, συνεχίζει ο Urbonas. “Ίσως οι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού ή αυτοί του Ερυθρού Αστέρα να δημιουργούν πιο εντυπωσιακή ατμόσφαιρα, αλλά, λαμβάνοντας υπόψη ολόκληρη την μπασκετική εμπειρία, πουθενά δεν θα περάσεις ένα τόσο ωραίο βράδυ όσο σε αυτό το γήπεδο. Δεν μιλάω μόνο για το θόρυβο που δημιουργούν οι οπαδοί, αλλά και για το pre-game show, τη μουσική, τα παιχνίδια και τα διάφορα μικρο-events κατά τη διάρκεια του αγώνα, το συνολικό hype και την όλη παρουσίαση, τους μοντέρνους χώρους, τις ανέσεις και τόσα πολλά ακόμα.”

Η άποψη ενός δημοσιογράφου, βέβαια, δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ίδια με την αντίστοιχη ενός οπαδού. Η διάσταση εδώ ήταν αναμενόμενη:

“Στο νέο γήπεδο δυσκολευόμαστε πολύ να δημιουργήσουμε μια καλή ατμόσφαιρα”, λέει ο Ignas. “Στο Hale [όπως αποκαλεί το Kaunas Hall], το οποίο είχε χωρούσε περίπου 5000 θεατές, ήταν πολύ ευκολότερο να κάνουμε πραγματικό θόρυβο. Επίσης, το Hale έχει μεγάλη ιστορική σημασία για το club κι ακόμα το θεωρούμε κάτι σαν το πατρικό μας σπίτι. Στη Zalgirio Arena πλέον δεν είναι εύκολο να πείσουμε τους υπόλοιπους να ακολουθήσουν τα συνθήματά μας, ή οτιδήποτε άλλο κάνουμε για την υποστήριξη της ομάδας, κι υπάρχει πολύ λιγότερος θόρυβος συγκριτικά με αυτό που υπήρχε παλαιότερα.”

***

Ο θρίαμβος στο Μόναχο, με την ομάδα του Jonas Kazlauskas και του Tyus Edney, παραμένει με διαφορά η μεγαλύτερη στιγμή στη σύγχρονη ιστορία της Zalgiris, η επιτυχία εκείνη που έβαλε ξανά την ομάδα στην κορυφογραμμή του ευρωπαϊκού μπάσκετ, μια στιγμή που μνημονεύεται μέχρι σήμερα και φωτίζει σαν φάρος τις αρχές του λιθουανικού μπάσκετ.

“Πολύ σημαντική ημερομηνία”, λέει ο Urbonas.

“Ο μεγαλύτερος θρίαμβος στη σύγχρονη ιστορία της ομάδας. Κάθε φίλαθλος ακόμα θυμάται αυτό το παιχνίδι μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια [αναφέρεται στον τελικό]. Ήταν μια απίθανη ομάδα, με τον Tyous Edney να ηγείται. Ήταν, βέβαια, μόλις 1.78, κι ο ίδιος αποτελούσε κάτι σαν σύμβολο των μικρόσωμων guards. Η ομάδα, αντίστοιχα, είναι από τότε ένα σύμβολο των outsider, μεταφέροντας με το παράδειγμά της την ελπίδα μιας μικρής ομάδας να νικήσει μια μεγαλύτερη. Εκείνη η νίκη έκανε τους Λιθουανούς να πιστέψουν πως μπορούν να κερδίσουν σε μεγάλα τουρνουά, ακόμα κι αν δεν έχουν τα περισσότερα λεφτά ή τους καλύτερους παίκτες. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που όλοι απολαμβάνουν τόσο τη φετινή διαδρομή, το γεγονός πως για 20 χρόνια, εξαιρώντας το 2003-4 που έπαιξε ο Sabonis, η Zalgiris δεν κατάφερε ποτέ να αγγίξει το υψηλότερο επίπεδο.”

***

H αναφορά του Urbonas στον Sabonis ανοίγει ένα τεράστιο κεφάλαιο της Zalgiris και του λιθουανικού μπάσκετ.

Η πορεία του διάσημου center, την οποία αναπόφευκτα συνοδεύουν πολλά βασανιστικά what if, διαγράφεται ακόμα ξεκάθαρα στη συνείδηση κάθε φιλάθλου της χώρας, σαν το παρελθόν του να είναι ακόμα ζωντανό, ενώ η επιρροή του, παρότι παραμένει τυπικά εντός μπασκετικών πλαισίων, ουσιαστικά τα έχει ξεπεράσει κατά πολύ.

Η θέση του στον κανόνα του λιθουανικού μπάσκετ είναι γεμάτη με ιστορίες και μύθους, γεμάτη όχι μόνο απ’ όσα έκανε αλλά κι όσα θα μπορούσε να κάνει, όχι μόνο απ όσα έγινε αλλά κι όσα θα μπορούσε να γίνει —κι αυτά απλώνονται σ’ έναν ορίζοντα εν πολλοίς ανεξάντλητο.

Ένα από αυτά; Ο Sabonis ως σύμβολο υπέρβασης του Ψυχρού Πολέμου.

Ο Dale Brown είχε ένα όνειρο.

Το 1986, ο θρυλικός προπονητής του NCAA, ο οποίος έμεινε στο LSU από 1972 μέχρι 1997, βρέθηκε να αναζητά έκτακτα έναν παίκτη για τη θέση του center. Ο John Williams, μετά τη δεύτερη χρονιά του, κι ενώ όλα έδειχναν ότι θα καθίσει άλλη μια σεζόν στο πανεπιστήμιο, ανακοίνωσε την είσοδό του στο τότε επερχόμενο Draft. Με την προθεσμία δήλωσης παικτών να πλησιάζει απειλητικά, και με τους καλύτερους πρωτοετείς να έχουν ήδη δεσμευτεί αλλού, ο Brown έπρεπε να σκεφτεί κάτι πρωτότυπο —και σκέφτηκε αυτό που δεν είχε ξαναγίνει.

Όσο προσπαθούσε να βρει λύση, ασυναίσθητα ήρθαν το μυαλό του εικόνες από ένα τουρνουά που είχε βρεθεί χρόνια πριν, το 1982, όπου ο Sabonis ως 17χρονος είχε οδηγήσει τη Σοβιετική Ένωση σε μια εντυπωσιακή νίκη επί των Hoosiers, με τον ίδιο, παρά την ηλικία του, να κυριαρχεί στο παρκέ.

Ήταν από τις περιπτώσεις που κάποιος προσπαθεί, βασισμένος σε μία ανάμνηση, να μορφοποιήσει το μέλλον, στόχος ενίοτε περισσότερο φιλόδοξος παρά ρεαλιστικός.

Ο στόχος του Brown ήταν πολύ πέρα από την κλίμακα ρεαλισμού και φιλοδοξίας.

Ήθελε να εκμεταλλευτεί μια διατύπωση που υπήρχε στην κοινή ανακοίνωση που έβγαλαν ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση μετά τη Διάσκεψη της Γενεύης, όταν και έγινε ένα από τα πρώτα βήματα για τη μεταξύ τους προσέγγιση, στην οποία αναφέρονταν ρητά η επιθυμία των δύο χωρών για διεύρυνση των μεταξύ τους ανταλλαγών, μεταξύ άλλων και αθλητικών προγραμμάτων. Ο Brown φιλοδοξούσε να εντάξει την υπογραφή του Sabonis, υπό κάποιο καθεστώς ενοικίασης, κάτω από τη συγκεκριμένη διατύπωση.  

Κι έκανε, πιθανότατα, ό,τι περνούσε από το χέρι του για να το καταφέρει.

Ήρθε σε επικοινωνία με τα γραφεία των Reagan και Gorbachev, προσέγγισε επιχειρηματίες με παρουσία και στις δύο χώρες, προσέγγισε τον ίδιο τον Sabonis δι’ αντιπροσώπου, ανέλαβε την πρωτοβουλία για ταξίδι του UCLA στη Ρωσία, προκάλεσε ομοσπονδιακή ανησυχία για ενδεχόμενο διπλωματικό επεισόδιο, αντάλλαξε γράμματα με την παγκόσμια αλλά και τη Ρώσικη μπασκετική ομοσπονδία.

Το όνειρό του;

(Ή αλλιώς ο τρόπος που προσπάθησε να πουλήσει την ιδέα του σε Ρώσους και Αμερικανούς φορείς:)

Ο Sabonis θα υπέγραφε τα χαρτιά της ένταξης του στο LSU σε δύο τοποθεσίες: μια φορά στη Μόσχα, στην Κόκκινη Πλατεία, και μία στη Νέα Υόρκη, μπροστά στο Άγαλμα της Ελευθερίας. Οι επικεφαλής των δύο χωρών θα ήταν κι αυτοί ευπρόσδεκτοι, μαζί με φωτογράφους που θα απαθανάτιζαν τον Sabonis τη στιγμή της υπογραφής.

Ο Dale Brown δεν πέτυχε σε τίποτα από όλα αυτά, αλλά η φιλοδοξία καμιά φορά δεν κρίνεται από το βαθμό επιτυχίας της, αλλά -απλώς- από το μέτρο της ιστορικής της πρωτοτυπίας.

Κι αν ο Sabonis δεν έγινε ποτέ τελικά το σύμβολο της Αμερικανορωσικής προσέγγισης που ονειρεύονταν ο Brown, η επιρροή του ήταν και παραμένει υψηλή εντός της πατρίδας του, όπου έχει διατελέσει πρόεδρος τόσο της Zalgiris όσο και της Λιθουανικής ομοσπονδίας.

upload-TASS_101452-pic3-700x467-21260
Ο Sabonis με τη φανέλα της Zalgiris το 1985. Στα αριστερά, ο Alexander Gomelsky.

Ο βαθμός επιτυχίας στον πρώτο ρόλο, περιορισμένη καθώς είναι, αποτελεί σημείο συμφωνίας μεταξύ φιλάθλου και δημοσιογράφου:

“Για να είμαι ειλικρινής”, λέει ο Urbonas, “ο Sabonis δεν ήταν ο καλύτερος ιδιοκτήτης. Δεν έχει τις ικανότητες ενός τεχνικού διευθυντή. Φρόντισε κατά κάποιο τρόπο την ομάδα, αλλά δεν κατάφερε να βρει χορηγούς και χρειαζόταν οπωσδήποτε μια ομάδα ικανών ανθρώπων δίπλα του για να τρέξει τον οργανισμό.”

Ο Ignas συμφωνεί:

“Η μετάβαση του στη διοίκηση του club ήταν κάτι που οι περισσότεροι είδαν ως φυσική συνέχεια, επειδή το όνομά του είναι βαθιά συνδεδεμένο με την ομάδα.”

“Από τη σκοπιά των οπαδών, ως πρόεδρος ήταν μάλλον ουδέτερος. Δεν είχε κάποια αποτυχία, αλλά κατά τη διάρκεια της θητείας του η ομάδα ήταν σταθερά στις μεσαίες θέσεις της Euroleague, όπου και άξιζε να είναι βάσει του τότε διαθέσιμου budget. Υπήρχαν στιγμές που σχεδόν δεν ήσουν σίγουρος αν παρέμενε ιδιοκτήτης και πρόεδρος της ομάδας.”

***

Από τη μία, η ομάδα που εκπροσωπούσε την κυριαρχία των Σοβιετικών.

Από την άλλη, η ελπίδα των Λιθουανών να αποδείξουν πως είναι εκεί και αντιστέκονται.

“Έχω ακούσει τις ιστορίες από τον πατέρα μου,” μας αφηγείται ο Ignas των Green White Boys. “Για όσους έπαιζαν, για όσους πήγαιναν στο γήπεδο, για όσους έβλεπαν από το σπίτι, το ότι στεκόμασταν απέναντί τους δεν ήταν ένα παιχνίδι μπάσκετ. Ήταν αντίσταση.”

Αν κανείς αναζητήσει πληροφορίες για τα πρώτα χρόνια ύπαρξης της Αρκούδας, οι συμβολισμοί γίνονται ακόμα πιο έντονοι. Μέσα στο 1939, ο Vasily Stalin, γιος του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, ίδρυσε την ομάδα VVS MVO, μέλη της οποίας ήταν στρατιωτικοί της Πολεμικής Αεροπορίας από την περιφέρεια της Μόσχας. Στη συνέχεια, η ομάδα του Stalin συγχωνεύτηκε με την CDKA, κι έτσι προέκυψε η CSKA, ή με άλλα λόγια η οριστική μορφή της ομάδας του Κόκκινου Στρατού –ένα χρόνο μετά, τα σοβιετικά τανκς κατέλαβαν τη Λιθουανία.

“Η CSKA ήταν ανέκαθεν σύμβολο υποδούλωσης.” συνεχίζει ο Ignas. “Όταν η Zalgiris την κέρδιζε, αυτό έμοιαζε με νίκη ολόκληρης της Λιθουανίας κι αυτό το συναίσθημα εξακολουθεί να υπάρχει. Δεν είναι τυχαίο πως η φετινή μας νίκη απέναντί τους είναι από τις καλύτερες στιγμές της σεζόν.”

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘40, η CSKA είχε ήδη φτάσει στο σημείο να θεωρείται η καλύτερη ομάδα μπάσκετ της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ, για συνεχόμενες δεκαετίες, οι Λιθουανοί παίκτες ήταν αναγκασμένοι να αγωνίζονται για την Εθνική ομάδα των Σοβιετικών χωρίς να έχουν το δικαίωμα να εκπροσωπήσουν τη χώρα τους –αν κανείς εξέφραζε αντίθετη άποψη το καθεστώς τον ανάγκαζε να φύγει στη Σιβηρία.

4fc8d-maxresdefault


Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, κάθε παιχνίδι της Zalgiris (αλλά και της Statyba Vilnius) απέναντι στην CSKA ήταν μια ευκαιρία αντίστασης. Μέσα από νίκες, ήττες, και στιγμές θριάμβου, η ιστορία που ξεχωρίζει χρονολογείται προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘80.

Η Zalgiris αντιμετώπιζε την CSKA στη Μόσχα για τον τελικό του Πρωταθλήματος της Σοβιετικής Ένωσης, και 5000 οπαδοί της ακολούθησαν την ομάδα χωρίς εισιτήριο. Ο Συνταγματάρχης Gomelsky, τότε προπονητής της CSKA, ενημερώνεται για την άφιξη των Λιθουανών κι έτσι φροντίζει ώστε τα εισιτήρια να καταλήξουν στα χέρια Ρώσων στρατιωτών. Λίγο πριν το παιχνίδι, οι οπαδοί της Zalgiris μαθαίνουν τι συνέβη, επισκέπτονται την περιοχή κοντά στους στρατώνες, ανταλλάσσουν τα εισιτήρια με μπουκάλια βότκας, κι έτσι οι περισσότεροι καταφέρνουν να μπουν στο γήπεδο.

Ο Donatas Urbonas προσθέτει μία άλλη ιδιαίτερη λεπτομέρεια στο χρονικό της αντιπαράθεσης:

“Οι Σοβιετικοί είχαν επιχειρήσει να αναγκάσουν τον Sabonis να καταταγεί στο στρατό, προσπαθώντας έτσι να βρουν τον τρόπο για να παίξει με την CSKA. Οι Λιθουανοί, όμως, κατάφεραν να τον σώσουν.”

Τι σήμαινε τελικά το να στέκεται η Zalgiris απέναντι στην Αρκούδα;

“Ήταν ο μοναδικός τρόπος να αποδείξουμε πως ήμασταν καλύτεροι. Οι παίκτες δεν πάλευαν για να κερδίσουν ένα παιχνίδι μπάσκετ. Πάλευαν για την ελευθερία τους.”

***

“Ο κόσμος εκεί ζει και αναπνέει για το μπάσκετ. Είναι το πάθος τους και η μεγάλη τους αγάπη, γι’ αυτό και όλοι είναι δίπλα στη Zalgiris όχι μόνο τώρα, αλλά και σε όλα τα δύσκολα χρόνια που πέρασε η ομάδα”, λέει ο Ηλίας Ζούρος.

“Λέγεται πως οι Λιθουανοί είναι τόσο προσκολλημένοι στο μπάσκετ που το άθλημα για αυτούς είναι κάτι σαν θρησκεία, σε τέτοιο βαθμό που πηγαίνουν στο γήπεδο περισσότερο απ’ όσο πηγαίνουν στην εκκλησία. Κατά βάση, αυτό είναι παραμύθι. Στην πραγματικότητα, οι Λιθουανοί δεν αγαπάνε τόσο το μπάσκετ ως άθλημα, όσο τις νίκες που έχουμε πετύχει και πετυχαίνουμε ως χώρα σε αυτό. Το πάθος εκφράζεται περισσότερο, αλλά και πιο καθαρά, όταν οι νίκες υπάρχουν ως προϋπόθεση”, λέει ο Urbonas.

“H Zalgiris, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτό που χαρακτηρίζει το Kaunas. Τη μέρα ενός αγώνα μπορείς να δεις όλη την πόλη να γίνεται σταδιακά πράσινη. Την επόμενη ενός αγώνα, όπου κι αν πας, το μόνο που ακούς είναι ανθρώπους να σχολιάζουν διάφορες σκηνές από τον αγώνα”, λέει ο Ignas.

“Για τους κατοίκους της πόλης, η Zalgiris είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους. Για εμάς, τους ενεργούς υποστηρικτές της ομάδας, η Zalgiris είναι ένας τρόπος ζωής. Χτίζουμε τη ζωή μας γύρω από την ομάδα: φεύγουμε από τις δουλειές μας για να ταξιδέψουμε παντού και να δούμε την ομάδα να αγωνίζεται, φεύγουμε από τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις οικογένειές μας μόνο για την ομάδα.

Βασικά, θα έλεγα πως η ομάδα είναι η ζωή μας”.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

Create a website or blog at WordPress.com

Up ↑