Βαθμός Καλός, Πρόοδος Ελεγχόμενη

Video-ανάλυση από το παιχνίδι του Ολυμπιακού στη Μόσχα.


Χωρίζουμε τον αγώνα του Ολυμπιακού απέναντι στην CSKA σε 7+1 ενότητες:

1. Αμυντική Αρχή

Εξαιρώντας το παιχνίδι απέναντι στην Armani, ο Ολυμπιακός μέχρι τώρα είχε ελέγξει αμυντικά κάθε αγώνα που έδωσε λόγω των πετυχημένων τακτικών επιλογών του. Η επιθετική αντιμετώπιση του Shved και το drop που έπαιξε απέναντι στα pick-and-roll των Baskonia και Maccabi, καλύπτοντας εξαιρετικά αδυναμίες συγκεκριμένων παικτών του, του έδωσε και στις τρεις περιπτώσεις την ευκαιρία να πάρει τον ρυθμό αυτών των παιχνιδιών, τουλάχιστον κατά τα μεγαλύτερα διαστήματά τους.

Απέναντι στην CSKA, ακόμα κι αν ο Ολυμπιακός έφτανε ξανά σε μια τακτική αμυντική νίκη, υπήρχε ισχυρή πιθανότητα αυτή να αποδεικνύονταν απλώς νίκη γοήτρου —το μυαλό, σε αυτήν την περίπτωση, δεν θα ήταν αρκετό. Ένα από τα διαχρονικά πλεονεκτήματα των ρόστερ των Ρώσων, άλλωστε, είναι το μέγεθός τους, ικανό συχνά να τους παρέχει πλεονεκτήματα ακόμα και σε καταστάσεις που φαινομενικά έχουν ηττηθεί. Διαφορετικά: απέναντι στη CSKA ο Ολυμπιακός δεν έψαχνε απλά μια έξυπνη λύση, αλλά και το συμπλήρωμά της σε δύναμη κι αθλητικότητα.  

Η απάντηση του Blatt στο παραπάνω δίλημμα ήταν να ξεκινήσει το παιχνίδι μ’ ένα δίδυμο το οποίο, παρά το ότι αρκετοί περίμεναν να παίξει μαζί το καλοκαίρι, μέχρι τώρα δεν είχε δοκιμαστεί ιδιαίτερα: Παπανικολάου και Toupane. Οι δυο καλύτεροι αμυντικοί της ομάδας, αυτοί που καλούνται να κλείσουν τρύπες από την περιφέρεια μέχρι την frontline (έπαιξαν στο 2-3, εμείς θα θέλαμε να τους δούμε και στο 3-4) για πρώτη φορά ήταν μαζί στην πρώτη πεντάδα.

Αποτέλεσμα αυτής της επιλογής ήταν ο Ολυμπιακός να κάνει μια εξαιρετική αρχή, ελέγχοντας απόλυτα το τι έκανε η CSKA στο επιθετικό μισό της, ακόμα κι αν αυτό άργησε λίγο να φανεί στο σκορ. Η ομάδα του Blatt πίεσε, έσπασε screen, ακολούθησε σε άλλα από πίσω απορροφώντας κινδύνους, άφησε λίγες αλλαγές (τις περισσότερες φορές στο τέλος του χρόνου), και προστάτευσε εξαιρετικά τη ρακέτα της. Η πρώτη γραμμή άμυνας του Ολυμπιακού σ’ αυτό το σημείο έδειχνε απροσπέλαστη και οι ψηλοί της CSKA ήταν κυριολεκτικά εκτός παιχνιδιού (μηδέν πόντους οι Ρώσοι από το 4-5 στην πρώτη περίοδο).

Ήταν η πρώτη μικρή νίκη του Ολυμπιακού στο παιχνίδι και πάνω σ’ αυτήν έχτισε για να διατηρήσει τον ρυθμό του αγώνα στο πρώτο ημίχρονο.

2. Τι έλειπε από την CSKA

Βέβαια, ένας από τους λόγους που ο Ολυμπιακός έκανε μια τόσο καλή αμυντική αρχή ήταν απλός: ο Ιτούδης έστειλε στο παρκέ μια πεντάδα χωρίς κανένα δημιουργό πρώτης γραμμής. Η τριάδα των Hackett-Higgins-Clyburn μπορεί να προσέφερε στους Ρώσους εντυπωσιακό μέγεθος και αθλητικότητα, αλλά αυτά, αφενός, απορροφήθηκαν εύκολα από τους Παπανικολάου-Toupane και, αφετέρου, δεν θα μπορούσαν καν να είχαν αξιοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό χωρίς playmaker —κάτι που ο Ιτούδης προφανώς θεώρησε ότι θα καλύψει βρίσκοντας καταστάσεις στο transition από την άμυνα του, αλλά τελικά εκεί δεν βρήκε τίποτα.

Η επίθεση της CSKA εδώ αποτυπώνεται σε δύο σημεία:

α) Το πραγματικά απογοητευτικό shot-selection του Hackett, ο οποίος πήρε δυο δύσκολα mid-range κι ένα βιαστικό τρίποντο, ξυπνώντας από τον λήθαργο όσους τον κατέκριναν για τη συχνότητα αυτών των επιλογών του κατά τα χρόνια του στην Ιταλία.

β) Την αστοχία του Higgins (3/14 σουτ), ο οποίος βρέθηκε ξαφνικά σε θέση βασικού δημιουργού —κι από εκεί που απολάμβανε τα προνόμια που εξασφαλίζουν οι playmakers της ομάδας του, βρέθηκε σε θέση να πρέπει να τα παρέχει ο ίδιος στους συμπαίκτες του. Απέτυχε, όπως είχε αποτύχει αντίστοιχα την προηγούμενη εβδομάδα ο Roll όταν και κλήθηκε να κάνει κάτι αντίστοιχο λόγω του τραυματισμού του Wilbekin (μόνο που ο Ιτούδης για τα πρώτα λεπτά το’ κανε από επιλογή, όχι από ανάγκη, αν και η απουσία του De Colo τελικά έβαλε εκ των πραγμάτων τον Αμερικανό περισσότερο σ’ αυτόν τον ρόλο). Γράφαμε τότε:

Κατά μία έννοια, ο Roll μας παρείχε και μια καλή υπενθύμιση για τη διαφορά μεταξύ βασικού και εναλλακτικού δημιουργού: έχοντας συνηθίσει στην πολυτέλεια που προσφέρει η προσοχή που τραβάει ο Wilbekin, όταν ξαφνικά μια ολόκληρη άμυνα προσαρμόζεται πάνω σου όλα όσα ήξερες ως δεδομένα αλλάζουν την ίδια στιγμή. Δεν είναι μια μετάβαση που πολλοί παίκτες μπορούν να διαχειριστούν. Ο Roll δεν το έκανε σε κανένα σημείο.

Από την δική μας οπτική, ο Ιτούδης έκανε λάθος που δεν ξεκίνησε τον Rodriguez. Χωρίς τον De Colo στην πεντάδα, για τον οποίο ήξερε ότι δεν θα είναι σε θέση να προσφέρει, και κατά δεύτερο λόγο χωρίς τον Kurbanov (ο οποίος, χωρίς προφανώς να’ ναι δημιουργός, βοηθάει να τρέξει μια επίθεση περισσότερο απ’ όσο το κάνει ο Clyburn), απλώς δεν υπήρχε η πολυτέλεια να κρατήσει τον Ισπανό στον πάγκο. Θεωρούμε εδώ πως η πίστη στο πλάνο και στην ιδέα σε μια αφηρημένη της εκδοχή υπερίσχυσε των πρακτικών αναγκών του παιχνιδιού. Αφού ούτε low-post απειλή υπήρχε (εξαιρετικός και εδώ ο Ολυμπιακός στη μάχη των θέσεων), η CSKA για να βρει σκορ θα έπρεπε κυριολεκτικά να προκαλέσει ασφυξία στον Ολυμπιακό επιθετικά.

Αφού δεν το έκανε, την υπέστη η ίδια.

Μία ακόμα πτυχή της λανθασμένης επιλογής Ιτούδη να ξεκινήσει τον αγώνα χωρίς βασικό δημιουργό φανερώνεται στους πολλούς πόντους που βρήκε ο Ολυμπιακός στο ανοιχτό γήπεδο. Οι Ρώσοι δυσκολεύτηκαν στην κυκλοφορία, δεν απέκτησαν σε κανένα σημείο ροή στην επίθεσή τους και, όπως συμβαίνει συνήθως όταν εμφανίζονται τα δύο παραπάνω, έκαναν αρκετά λάθη που οδήγησαν σε κλεψίματα του Ολυμπιακού και ευκαιρίες στο ανοιχτό γήπεδο. Η ειρωνεία είναι ότι αυτό που έκανε ο Ολυμπιακός στην CSKA στο ξεκίνημα του παιχνιδιού ο Ιτούδης ήλπιζε να το κάνει η δική του ομάδα στον Ολυμπιακό.

3. Επιθετική Ισορροπία 

Η μεγάλη ερώτηση εδώ για τον Ολυμπιακό βέβαια αφορούσε το επιθετικό του μισό: πως θα έβρισκε παραγωγή μόνο με έναν ball-handler στην πεντάδα (Goss);

Η απάντηση, όπως θα περίμενε κανείς, κρυβόταν σε δύο τομείς: transition (όπως αναφέραμε παραπάνω) και χαμηλό ποστ. Η ομάδα του Blatt χτύπησε είτε πολύ νωρίς, βρίσκοντας φάσεις στο ανοικτό γήπεδο και με τους Goss-Παπανικολάου και αργότερα με τους Σπανούλη-LeDay, είτε πολύ αργά, ψάχνοντας υπομονετικά τα ποσταρίσματα των Milutinov και Πρίντεζη (κι ακριβώς επειδή κινούνταν ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα θα ήταν παραπλανητικό να κοιτάξουμε στο καταγεγραμμένο pace στην προσπάθειά μας να περιγράψουμε το παιχνίδι).

Οφείλουμε εδώ να τονίσουμε πως ο Ολυμπιακός δεν πήρε πολλούς πόντους από το ποστ. Βρήκε καλές θέσεις, πέρασε την μπάλα σ’ αυτά τα σημεία, κι εκτέλεσε σουτ από κοντά με καλές προϋποθέσεις, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα εύστοχος (15/39 δίποντα). Το στοιχείο στο οποίο πρέπει κανείς να δώσει έμφαση, ωστόσο, είναι ότι η επίθεση του μ΄ αυτόν τον τρόπο βρήκε ένα σημείο αναφοράς, επιτρέποντάς του να ελέγχει τον ρυθμό χωρίς να ρισκάρει transition της CSKA. Υπό αυτήν την οπτική, καμιά φορά σ’ έναν αγώνα τα σημεία, ο χρόνος, και ο τρόπος με τον οποίο εκτελείς είναι εξίσου σημαντικά με  τα ποσοστά σου σ’ αυτά τα σουτ.

4. Hard-Hedge Άμυνα

Μετά την είσοδο του Σπανούλη στο παιχνίδι, στα μισά περίπου της πρώτης περιόδου, η βασική ερώτηση του παιχνιδιού ήταν πλέον η εξής: πως θα ανταποκριθεί ο Ολυμπιακός στη hard-hedge άμυνα της CSKA στα pick-and-roll του; Η ομάδα του Blatt ισοπέδωσε τη συγκεκριμένη άμυνα στα παιχνίδια με Baskonia και Maccabi, αλλά καμιά από τις δύο αυτές ομάδες δεν έχει ούτε δύο τόσο δυναμικούς ψηλούς όπως οι Hunter-Hines ούτε έναν forward με το αμυντικό versatility του Clyburn.

Πριν δούμε την αντίδραση του Ολυμπιακού, είναι σημαντικό να επαναλάβουμε πως σ’ αυτό το σημείο του παιχνιδιού οι ερυθρόλευκοι έπαιρναν πόντους κατά βάση από το transition και το χαμηλό ποστ. Ακριβώς επειδή έψαχναν τόσο πολύ την πάσα χαμηλά, η επίθεσή τους δεν είχε τη συνηθισμένη κίνηση και ταχύτητα που τη διέκρινε σε μεγάλα μέρη προηγούμενων παιχνιδιών. Ως αποτέλεσμα, τα pick-and-roll του Ολυμπιακού λάμβαναν χώρα με την άμυνα σε θέση ισορροπίας, χωρίς να έχει δεχτεί προηγουμένως κάποιου είδους πίεση. Οι συνθήκες για τα hard-herdge των Ρώσων, με άλλα λόγια, τόσο βάσει ρόστερ όσο και βάσει τακτικής εικόνας του παιχνιδιού, ήταν αρκετά ευνοϊκές. Ο Ολυμπιακός είχε αντιμετωπίσει ξανά αυτού του είδους την άμυνα, αλλά όχι μια άμυνα αυτού του επιπέδου.

Υπάρχει κι άλλη πλευρά σ’ αυτό το επιχείρημα: ακριβώς το γεγονός του ότι ο Ολυμπιακός είχε σ’ αυτό το σημείο δυο εναλλακτικούς τρόπους παραγωγής πόντων κατέστησε το pick-and-roll μία ακόμα απειλή που η άμυνα έπρεπε να αντιμετωπίσει, χωρίς όμως να είναι η μοναδική. Μπορούμε να το θέσουμε κάπως έτσι: όσο ο Ολυμπιακός μπορούσε να ακουμπά στο post και να τρέχει, όσο έβρισκε πόντους εκτός pick-and-roll, μπορούσε να’ ναι βέβαιος πως και οι 2vs2 συνεργασίες του θα είναι παραγωγικές (απλοποιούμε πράγματα σ’ αυτό τον συλλογισμό, αλλά απλώς θέλουμε να δείξουμε πως ενίοτε η αποτελεσματικότητα ενός τρόπου επίθεσης εξαρτάται από εξωγενείς σ’ αυτήν παράγοντες).

Ποια κουρτίνα άνοιξε;

Οι πολλοί παίκτες που έχει ο Ολυμπιακός σε κάθε θέση της πεντάδας με ανεπτυγμένα ένστικτα πάσας, μαζί με τις γρήγορες αντιδράσεις του Σπανούλη και τον εξαιρετικό Goss, συνέβαλαν στο να σπάσει πολλές φορές αυτή η άμυνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στο πρώτο ημίχρονο ο Ολυμπιακός και εδώ ήταν τακτικά νικητής.

Κλειδί στην παραπάνω φάση είναι ότι ο Σπανούλης κάνει μια έξτρα ντρίμπλα, μετατρέποντας συνειδητά για μια στιγμή το hard-hedge σε παγίδα (τους πετάει το τυράκι και η ρωσική άμυνα το καταναλώνει με προθυμία), κι έπειτα βγάζει αμέσως την μπάλα από πάνω του. Το ότι στη φάση ακολουθούν δυο παίκτες που μπορούν να καταλάβουν πόσο σημαντικό είναι να μετακινήσουν γρήγορα την μπάλα (ξέροντας που, πότε, και πως πρέπει να τη δώσουν) είναι ένα δομικό στοιχείο του ρόστερ το οποίο θα χαρίσει στον Ολυμπιακό πολλές αντίστοιχες φάσεις κατά τη διάρκεια της χρονιάς.

Από την πρώτη στιγμή, ωστόσο, και παρά τα καλά διαβάσματα του Ολυμπιακού, μπορούσε κανείς να δει πως η πίεση που έβαζε το physiciality και η ταχύτητα των Ρώσων ήταν ένας παράγοντας που καθιστούσε το παιχνίδι πολύ διαφορετικό απ’ αυτά που είχαν προηγηθεί.

Στο πρώτο ημίχρονο, βέβαια, αυτή η παράμετρος παρέμεινε περισσότερο κάτι υποθετικό, κάτι που μπορούσε να αποδειχτεί καθοριστικός παράγοντας στο παιχνίδι χωρίς αυτό να έχει συμβεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Για την ακρίβεια, οι Ρώσοι και στιγμές αδράνειας είχαν…

…και πόντους δέχτηκαν σε αμυντικές κατοχές που είχαν σχεδόν κερδίσει:

Στο παρακάτω video, ο BasketHead συγκέντρωσε μερικές από τις καλύτερες αντιδράσεις του Ολυμπιακού στη hard-hedge άμυνα της CSKA. Με την εξαίρεση μιας φάσης, όλες είναι από το πρώτο ημίχρονο, κάτι που συνοψίζει όσα έχουμε αναφέρει παραπάνω γι’ αυτό το διάστημα του παιχνιδιού. Το γιατί δεν είναι εύκολο να βρει κανείς φάσεις από το δεύτερο ημίχρονο θα το δούμε συνέχεια.

5. Chacho

Πως κρατήθηκε η CSKA στον αγώνα;

Όπως κρατιούνται ομάδες που μπορούν να πληρώσουν παίκτες με την δυνατότητα να κυριαρχήσουν ακόμα και σε στιγμές που δεν λειτουργεί τίποτα —εν συντομία: με τον Sergio Rodriguez.

Θα ήταν βέβαια λάθος να υποθέσουμε πως η εμφάνιση του Ισπανού στο πρώτο ημίχρονο ήταν απλά αποτέλεσμα του ταλέντου του, πως δεν υπάρχουν δηλαδή γι’ αυτήν τακτικοί και άλλοι λόγοι λόγω των οποίων βρήκε τόσους χώρους για να δράσει. Από την αρχή του παιχνιδιού, για την ακρίβεια, αυτή ήταν η μεγάλη ερώτηση που καλούνταν να απαντήσει η άμυνα του Ολυμπιακού: πως θα σταματήσει η drop άμυνα που έχει επιλέξει να παίζει ο Blatt στα pick-and-roll τους De Colo-Rodriguez, οι οποίοι αποτελούν, λόγω της πολύ μεγάλης shotmaking ικανότητάς τους (ειδικά μετά από ντρίμπλα), το πιο άρτια καταρτισμένο backcourt για να ισοπεδώσει αυτήν ακριβώς την άμυνα.

Η κακή κατάσταση του De Colo αφαίρεσε το βάρος αυτής της ερώτησης κατά το ήμισυ, αλλά και το άλλο μισό, ακόμα και μόνο του, δεν είναι σε καμιά περίπτωση εύκολα διαχειρίσιμο. Ο Rodriguez με το που μπήκε στο παιχνίδι έκανε αμέσως εμφανή την παρουσία του επιθετικά:

Ο χώρος που έχει σ’ αυτήν την κατάσταση ο Rodriguez είναι μια συνήθης παραχώρηση της drop άμυνας. Η ερώτηση είναι κατά πόσο θα μπορέσει να σηκωθεί με ευνοϊκές προϋποθέσεις, όντας ανάμεσα σε guard και ψηλό, ή κατά πόσο θα μπορέσει να πασάρει στην πλάτη της άμυνας. Στο δεύτερο ημίχρονο, η CSKA χτύπησε περισσότερο εκεί και με τους δύο αυτούς τρόπους. Στο πρώτο το παραπάνω καλάθι του Rodriguez ακολούθησε καταιγίδα τριπόντων του ίδιου.

Εδώ το τρίποντο είναι αποτέλεσμα μιας (μάλλον αυθόρμητης) δράσης της CSKA που φέρνει τον Clyburn στο κεφάλι με την μπάλα και τους δύο περιφερειακούς, ένας εκ των οποίων υπό φυσιολογικές συνθήκες θα ήταν στη θέση του Αμερικανού, στα φτερά. Ο Rodriguez σκρινάρει για τον Clyburn (θέλοντας να πάρει το switch και να στείλει στον Αμερικανό τον Σπανούλη, χωρίς εδώ να το πετυχαίνει) και μένει στο τρίποντο. Όλο αυτό είναι ένας καλός τρόπος για να εκμεταλλευτεί η CSKA τόσο την ικανότητα στο spot-shooting των Rodriguez-De Colo (τόσο ως εκτέλεση όσο και ως απειλή) όσο και την αντίστοιχη του Clyburn στη διείσδυση (δείτε πόσο εύκολα, λόγω του μήκους του, μπορεί να δει την πάσα στη γωνία). Υποθέτουμε πως προσαρμογές σαν κι αυτήν εννοούν πολλοί όταν αόριστα κι αφηρημένα επιστρατεύουν το κλισέ για τις “ιδέες που έχει ο Ιτούδης στο επιθετικό κομμάτι”. Δεν θεωρούμε, ωστόσο, πως είναι κάτι που μπορεί να λειτουργήσει όταν χρησιμοποιείται σε συνεχόμενες κατοχές (κάτι αντίστοιχο δοκίμασε ο Ιτούδης και στο δεύτερο ημίχρονο με τον Higgins στη θέση του Clyburn).

Κι αφού ο Rodriguez έδειξε ζεστός από τις πρώτες φορές που ακούμπησε την μπάλα, μετά δεν ήταν εύκολο να περιοριστεί:

Δείτε εδώ πως ο Σπανούλης, προσπαθώντας να εφαρμόσει τις αρχές της drop άμυνας, επιχειρεί να κρατήσει τον Rodriguez στην πλευρά. Ο Hunter το διαβάζει κι αλλάζει ελαφρώς τη γωνία του screen (στα όρια του επιθετικού), κάτι που εξουδετερώνει πλήρως τον Σπανούλη (σκοπός του οποίου, αν το screen γινόταν με τον τρόπο που περίμενε, ήταν να ακολουθήσει από πίσω τον Ισπανό). Ακόμα κι αν δεν γλιστρούσε, αυτή είναι μια κατάσταση από την οποία ο Σπανούλης σ’ αυτήν την ηλικία πολύ δύσκολα μπορεί να κάνει recover, ειδικά απέναντι σε τέτοιον παίκτη. Το τρίποντο που πετυχαίνει ο Rodriguez ήταν απλώς η νομοτελειακή κατάληξη της φάσης.

Εδώ ο Ολυμπιακός παραδίδει πολύ εύκολα την αλλαγή (χωρίς να υπάρχει υποψία επαφής στο κάτι σαν screen), κάτι που δεν θα ήταν λάθος αν στη φάση εμπλέκονταν ο Παπανικολάου ή ο Toupane, αλλά όταν σ’ αυτήν τη θέση είναι ο Timma (ή οποιοσδήποτε άλλος) υπάρχει μεγάλο ρίσκο. Ποιος είναι, ωστόσο, υπαίτιος γι’ αυτήν την ανισορροπία; Κατά τη γνώμη μας, δεν φταίει τόσο ο Λετονός όσο ο Μάντζαρης, ο οποίος, από τη στιγμή που βρισκόταν στη δυνατή πλευρά, θα έπρεπε να βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον Rodriguez και να αποτρέψει την αλλαγή, ειδικά αφού ο Ισπανός είχε ήδη δείξει πόσο ζεστός ήταν.

6. Τρίτη Περίοδος

Όπως είδαμε, η επίθεση του Ολυμπιακού στο πρώτο ημίχρονο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο χαμηλό ποστ και το transition. Τι θα συνέβαινε αν η CSKA έκοβε αυτές τις δύο πηγές; Θα έπεφτε το ρεύμα σε ολόκληρη την επίθεση της ομάδας του Blatt;

Η απάντηση ήταν θετική:

Κάπως έτσι ξεκίνησε η ομάδα του Blatt το δεύτερο ημίχρονο.

Ο Ολυμπιακός εδώ επιχειρεί δυο φορές να ποστάρει (μία με Milutinov και μία με Πρίντεζη), αλλά η πολύ επιθετική άμυνα των Ρώσων, πάνω και μακριά από την μπάλα, κρατά αυτές τις γραμμές πάσας ερμητικά κλειστές. Δείτε επίσης πως οι μόνοι που αγγίζουν την μπάλα στο βίντεο είναι οι Παπανικολάου και Toupane, κάτι που τονίζει την έλλειψη δεύτερου δημιουργού στην πεντάδα του Blatt. Έκπληξη, λοιπόν, εδώ δεν ήταν ούτε το άστοχο σουτ του Παπανικολάου, ούτε αυτό που έκανε μια φάση μετά:

Παράλληλα, σε αυτά τα λεπτά βρίσκουμε και μια φάση που μάλλον συνοψίζει το τεράστιο impact που είχε ο Clyburn στο συγκεκριμένο παιχνίδι. Δείτε εδώ πως αντιδρά εξαιρετικά δυο φορές και κάνει τελικά το κλέψιμο πηγαίνοντας μέχρι το coast to coast. Μεγάλο ποσοστό από τις φάσεις που έβγαλε η CSKA στο transition στο δεύτερο ημίχρονο οφείλονται σε παρόμοιες, εξαιρετικές άμυνες (οι οποίες με τις σειρά τους ενίσχυσαν τον εκνευρισμό που δημιούργησε στον Ολυμπιακό ο τρόπος που ηττήθηκε στις πρώτες κατοχές του δευτέρου ημιχρόνου).

Μετά το επιθετικό του Παπανικολάου, κι έχοντας δει την ομάδα του να αποτυγχάνει πλήρως σε συνεχόμενες επιθέσεις, ο Blatt αντιδρά αμέσως. Μετά από μόλις 1.5 λεπτό στο δεύτερο ημίχρονο, βγάζει τον Παπανικολάου και περνάει εσπευσμένα τον Σπανούλη. Κατά μία έννοια, ο Ολυμπιακός εδώ έπαθε σ’ ένα βαθμό αυτό που συνέβη στην CSKA στην αρχή του παιχνιδιού: η αμυντική πεντάδα που επέλεξε, ακριβώς λόγω της εγγενούς της αδυναμίας να παράγει καταστάσεις στην επίθεση, αντί να κρατήσει τον ρυθμό του αγώνα συνέβαλε καθοριστικά στην απώλειά του. Ανάλογα με την οπτική του καθενός, εδώ μπορεί κανείς είτε να δει το λάθος του Blatt (Παπ-Toupane ξανά μαζί σε σημείο που ο ΟΣΦΠ έπρεπε να αναμένει πίεση) είτε να εστιάσει την άμεση διόρθωσή του.

Όταν, βέβαια, ο αντίπαλος ζεσταίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο, αρχίζει και βάζει σουτ που πιθανότατα θα έχανε στα περισσότερα εναλλακτικά σενάρια:

Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα του παιχνιδιού είχε πλέον αλλάξει. Μετά από ένα ημίχρονο κατά το οποίο ο Ολυμπιακός είχε κερδίσει εμφανώς τον ρυθμό, η λήξη της τρίτης περιόδου τον βρήκε στην ακριβώς αντίστροφη θέση. Το ότι στην τελευταία περίοδο κατάφερε να επιστρέψει και να διεκδικήσει το παιχνίδι μέχρι τις τελευταίες κατοχές, ειδικά μέσα στη συγκεκριμένη έδρα, φανερώνει μια πνευματική και ψυχολογική αντίδραση που καινούριες ομάδες σαν τον Ολυμπιακό δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα μπορέσουν να βγάλουν (ενδεικτικό το παιχνίδι με Armani). Το πως ακριβώς επέστρεψε ο Ολυμπιακός αξίζει μιας προσεκτικής ματιάς.

7. Κατά Σπανούλην

Συμφωνούμε με όσους έχουν επισημάνει πως η στατικότητα του Ολυμπιακού στην τελευταία περίοδο και η εξάρτηση που είχε από τον Σπανούλη θύμισαν εποχές Σφαιρόπουλου. Διαφωνούμε κάθετα με όσους θεωρούν πως αυτό είναι κάτι φυσιολογικό, κάτι που θα συμβαίνει σε κάθε κλειστό παιχνίδι ή όσο ο Σπανούλης βρίσκεται στο ρόστερ. Για την ακρίβεια, θεωρούμε πως ο βαθμός στον οποίο ο Ολυμπιακός θα διατηρήσει και σε αυτά τα σημεία του παιχνιδιού τα επιθετικά χαρακτηριστικά που θέλει να εμφυσήσει ο Blatt, χωρίς να καταφεύγει σε συνήθειες του παρελθόντος, θα είναι ένας καλός δείκτης τόσο για το πόσο θα αλλάξει πραγματικά ο Ολυμπιακός όσο και για το πόσο ο Σπανούλης θα προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.

Δεν μιλάμε, άλλωστε, για μία ή δύο επιθέσεις οι οποίες, ναι, είναι λογικό να προκύψουν και καλώς ο Ολυμπιακός θα τις παίρνει όσο ο Σπανούλης δείχνει σε τόσο καλή κατάσταση. Μιλάμε για το πως έπαιξε ο Ολυμπιακός σε ολόκληρη την τέταρτη περίοδο. Ο Σπανούλης σε αυτό το διάστημα αγωνίστηκε για 9.48 λεπτά, βάζοντας 11 πόντους με 4/8 σουτ, και γυρνώντας ουσιαστικά το παιχνίδι σ’ ένα σημείο και μ’ ένα τρόπο που αμέσως θύμισε αγώνες του πρόσφατου παρελθόντος απέναντι στην ίδια ομάδα.

Πιο σημαντικό, ωστόσο, από το ποσοστό ευστοχίας του Σπανούλη ή τον συνολικό αριθμό προσπαθειών του είναι να δούμε τι είδους σουτ ήταν αυτά που πήρε. Είναι προφανές πως διαφορετικά κρίνεται μια επίθεση που δίνει στον σκόρερ της 9 isolation και διαφορετικά αυτή που κοιτά να τον εκμεταλλευτεί με πιο δημιουργικούς τρόπους. Να το θέσουμε κι έτσι: αυτή είναι μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το video (δηλαδή το πως έγινε κάτι) έχει περισσότερα να μας πει από τους αριθμούς (το τι έγινε).

Πάμε να δούμε μερικά παραδείγματα:

Όπως γράφουμε και στο tweet, κανείς οφείλει να δει αυτήν τη φάση όχι γι’ αυτό που μας δείχνει, αλλά γι’ αυτό που υπονοεί, με τη γνώση που πλέον μας παρέχει η τελική έκβαση του παιχνιδιού. Δεν λέμε ότι η επιλογή για τρίποντο ήταν λάθος: λέμε απλά ότι ήταν το πρώτο σημάδι για το mindset του Σπανούλη σε αυτό το διάστημα. Ήταν αυτή η προσέγγιση επιλογή Blatt ή μίλησαν τα ένστικτα του παίκτη, συνεπικουρούμενα ίσως από την προσωπική του παράδοση απέναντι στη CSKA; Η απάντηση θα αποκτήσει υπόσταση όταν θα μπορεί να συγκριθεί με μελλοντικά δείγματα.

Εδώ διακρίνεται καλύτερα αυτό που περιγράψαμε παραπάνω. Ο Σπανούλης ζητάει την μπάλα και αναλαμβάνει την κατοχή εξ ολοκλήρου, ενώ η κίνησή εκτός μπάλας είναι ελάχιστη. Όλοι περιμένουν τι θα κάνει, όπως περίμεναν και πέρσι. Ακόμα κι όταν πάνω του καταλήγει ο Hunter, ο οποίος έχει το skillset για να παίξει ακριβώς την άμυνα που παίζει, ο Σπανούλης δεν αλλάζει τίποτα στον τρόπο που προσεγγίζει τη φάση. Ακόμα κι αν ο Λαρισαίος θεώρησε πως ήταν σημαντικό να πάρει αυτό το σουτ, μπορούσε κατ’ ελάχιστον, αφού είχε διαθέσιμο τόσο χρόνο, να ψάξει ένα πιο ευνοϊκό switch, πχ με τον Vorontsevich που μάρκαρε τον Πρίντεζη.

Το μοτίβο ολόκληρης της περιόδου πρέπει να’ χει αρχίσει ήδη να διαφαίνεται: ο Σπανούλης να κατεβάζει την μπάλα ή να την παίρνει μετά το κέντρο, κι έπειτα η μόνη παραγωγική συνθήκη στην επίθεση του Ολυμπιακού να είναι το pick-and-roll που θα πάρει. Αν μπορέσει, ο Σπανούλης εκτελεί ή πασάρει. Αν όχι, ξαναπαίρνει pick-and-roll. Στο τέλος, αν καμιά άλλη επιλογή δεν έχει ανοίξει, παίζει 1vs1. Κανείς μπορεί να επικεντρωθεί στο ότι ο Σπανούλης ήταν εύστοχος ή στο ότι, στην πάνω φάση για παράδειγμα, καλώς πήρε την προσπάθεια αφού απέναντι του ήταν ο Vorontsevich. Αυτά, ωστόσο, είναι ζητήματα δεύτερα. Το πρωτεύον είναι η λογική που χαρακτήριζε την επίθεση του Ολυμπιακού σ’ αυτό το διάστημα και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε. Οι ασίστ δεν είναι πάντα καλός δείκτης δημιουργικότητας, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταφέρουν μεγάλο μέρος της αλήθειας που είδαμε στο παρκέ: ο Ολυμπιακός στην τελευταία περίοδο για τους 21 πόντους του έδωσε μόλις μία.

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι η μία φάση στο τέλος του παιχνιδιού (video που ακολουθεί) όπου ο Σπανούλης παίρνει ένα πολύ δύσκολο σουτ το οποίο ωστόσο δικαιούται να πάρει. Το σημαντικό είναι ότι αυτό το σουτ έγινε με τον τρόπο που ο Ολυμπιακός έπαιξε επιθετικά σε ολόκληρη την τελευταία περίοδο. Θα είχαν μεγάλη σημασία όλα αυτά αν ο Σπανούλης είχε ευστοχήσει στο παρακάτω σουτ κι ο Ολυμπιακός νικούσε; Ναι, επειδή αυτός είναι ένας τρόπος με τον Ολυμπιακός δεν μπορεί να κερδίσει σε σειρά αγώνων, όπως ήδη ξέρουμε από το πρόσφατο παρελθόν.

Μικρά-Μικρά

Ο Ολυμπιακός έχει ιστορία στο να αμφισβητεί παίκτες από την αρχή της σεζόν και τελικά να τους χάνει επειδή ποτέ ουσιαστικά δεν τους έδωσε διάστημα προσαρμογής. Ο Timma ήταν κακός και στη Μόσχα και έχασε σχεδόν κάθε φάση στην οποία συμμετείχε. Ο Ολυμπιακός, προφανώς, έχει περισσότερο ανάγκη έναν ακόμα guard ή έναν αθλητικό ψηλό, αλλά από τη στιγμή που ο Λετονός είναι στο roster ας μην τον κρίνει από τον πρώτο μήνα.

– Ο δεύτερος Λετονός της ομάδας έλειψε πολύ.

– Ο Goss πέρασε με επιτυχία ένα πολύ δύσκολο τεστ, ειδικά από τη στιγμή που στα σχήματα με Toupane και Παπανικολάου ήταν αυτός ο μοναδικός δημιουργός. Τα ποσοστά του δεν ήταν εντυπωσιακά, αλλά τα περισσότερα σουτ που πήρε ήταν αρκετά καλά, ενώ κατάφερε να δημιουργήσει καταστάσεις και στο transition και σε φάσεις που η επίθεση του Ολυμπιακού είχε κολλήσει. Θετικότατο σημάδι το μόλις ένα λάθος του.

Δυο παραδείγματα:

Θέλουμε να δούμε τον Goss να βγαίνει περισσότερο στο transition με την μπάλα στα χέρια.

Κλείνουμε με την λάθος απόφαση που πήρε το τέλος του παιχνιδιού. Ένας καλός μετρητής για την πρόοδο του θα είναι ο βαθμός στον οποίο σταδιακά θ’ αρχίσει να καταλαβαίνει τέτοιες φάσεις και να παίρνει ενστικτωδώς τη σωστή απόφαση.

 

 

*Κεντρική φωτογραφία: @olympiacosbc/Twitter

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Create a website or blog at WordPress.com

Up ↑