Ο Σπανούλης στη Χώρα της Τρίτης Ηλικίας

Πρόσφατο παρελθόν, άμεσο μέλλον, κι ένα παράλληλο σύμπαν του Βασίλη Σπανούλη.

——————————————————————————————————–

Πόσοι κορυφαίοι guards του σύγχρονου Ευρωπαϊκού μπάσκετ έχουν επιβιώσει στο αχανές τοπίο της τρίτης αθλητικής ηλικίας;

Ο Παπαλουκάς, μετά τη φυγή του από τη Ρωσία, δεν άγγιξε ποτέ ξανά το peak που έφτασε στη CSKA. Ο Navarro, παρά την εντυπωσιακή του διάρκεια, θα έπρεπε να έχει σταματήσει εδώ και δύο χρόνια και να έχει δεχτεί έναν πιο περιορισμένο ρόλο πολύ νωρίτερα. Ο Jasikevicius, αν και αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση, ολοκλήρωσε την παρουσία του στο κορυφαίο επίπεδο μαζί με την πρώτη θητεία του στο προστατευμένο (λόγω Obradovic και ποιότητας ρόστερ) περιβάλλον του Παναθηναϊκού, 34 τότε χρονών. Τα καλύτερα χρόνια του Milos Teodosic ενδέχεται να έχουν ήδη παρέλθει, καθώς ο Σέρβος (καθόλου αθλητικός και με χρόνια προβλήματα σε μέση και πλάτη) δεν φαίνεται να οδεύει προς παραγωγικά μπασκετικά γεράματα.

Δεν υποστηρίζουμε ότι ο Παπαλουκάς δεν είχε αναλαμπές μεγαλείου στον Ολυμπιακό, ή ότι ο Navarro δεν μπορούσε να κρίνει παιχνίδια σχεδόν μέχρι το τέλος του, ή πως ο Jasikevicius δεν έφτασε τον Παναθηναϊκό μια ανάσα από τον πρώτο ελληνικό ευρωπαϊκό τελικό το 2012, ούτε ότι ο Teodosic θα πάψει να είναι μάγος όταν (πρόβλεψη: σύντομα) επιστρέψει στην Ευρώπη —λέμε απλά το αυτονόητο: οι μεγαλύτεροι Ευρωπαίοι guards της σύγχρονης εποχής, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία κάθε κατηγορίας παικτών, μετά τα 32 έκαναν γενναία βήματα προς τα πίσω.

Εξαιρέσεις υπάρχουν —και με τη χρήση του όρου δεν παραδοξολογούμε εννοώντας παίκτες που δεν γέρασαν ποτέ, αλλά απλώς υποδεικνύουμε όσους με κάποιον τρόπο διατήρησαν ένα σπάνιο για την ηλικία τους αγωνιστικό status.

Η πιο πρόσφατη τέτοια εξαίρεση είναι ο Pablo Prigioni, το καλοπροπονημένο σώμα του οποίου του επέτρεψε να παραμείνει εξαιρετικά ανταγωνιστικός μέχρι τα βάθη της τρίτης μπασκετικής του ηλικίας. Η πιο χαρακτηριστική ο Δημήτρης Διαμαντίδης, ο οποίος, παρά το ότι είδε το σώμα του να βαραίνει γρήγορα μετά τα 32 με τις προφανείς συνέπειες (αθλητικότητα, 1vs1 άμυνα, αντοχή), παρέμεινε μέχρι και την τελευταία του χρονιά ένας από τους πιο επιδραστικούς παίκτες της ηπείρου (θα ήταν πιο εύκολο να επιχειρηματολογήσουμε γι’ αυτήν την υπόθεση αν ο Παναθηναϊκός είχε δίπλα του στοιχειωδώς ανταγωνιστικά ρόστερ). Η πιο ζωντανή εξαίρεση, υπό την έννοια του ότι βρίσκεται ακόμα εν εξελίξει, είναι βέβαια αυτή του Βασίλη Σπανούλη, ο οποίος στα 36 του παραμένει αναπόσπαστο αγωνιστικό γρανάζι του φιλόδοξου Ολυμπιακού.

—Το πρόσφατο παρελθόν

Η σεζόν που έρχεται θεωρούμε πως θα αφήσει ένα ισχυρό αποτύπωμα όχι μόνο στον τρόπο που θα κρίνουμε στο μέλλον πως απέδωσε ο Σπανούλης όταν ήταν 36 ετών, αλλά και στο πως ακριβώς αξιολογούμε τις δύο τελευταίες σεζόν του. Είναι εύλογο και αυταπόδεικτο πως από το 2016-17 κι έπειτα ο Σπανούλης, έχοντας χάσει εμφανώς πλέον μέρος από τη δύναμη που είχε μικρότερος στα πόδια και την αντοχή του στη φθορά των επαφών, δεν είναι ο παίκτης που ήταν κάποτε. Το πρόβλημα, ωστόσο, ξεκινάει από την πιο καινοφανή διαπίστωση που μπορεί κανείς να κάνει για τον Ολυμπιακό των δύο τελευταίων χρόνων: το δυσανάλογα μεγάλο φορτίο, δηλαδή, που κλήθηκε ο Σπανούλης να σηκώσει για το ίδιο διάστημα στην επίθεση του Ολυμπιακού, αποτελώντας όχι μόνο τον βασικό εκτελεστή και δημιουργό της, αλλά συχνά και τον μοναδικό (όχι επειδή δεν υπήρχαν άλλοι παίκτες που μπορούσαν να δημιουργήσουν/τελειώσουν φάσεις, αλλά επειδή σπάνια θα βρίσκονταν σε θέση για να το κάνουν).

1

[Πηγή]

Οι διαπιστώσεις αυτές αντανακλώνται και στον παραπάνω πίνακα. Όπως φαίνεται εκεί, όχι μόνο τα λεπτά του Σπανούλη έχουν διατηρηθεί σχετικά σταθερά τα τελευταία πέντε χρόνια, αλλά και το usage rate του (το οποίο μετρά τον αριθμό των κατοχών που καταναλώνει ένας παίκτης) κινείται στα ίδια επίπεδα. Αποκορύφωμα εδώ είναι η περσινή τιμή του στον ίδιο δείκτη η οποία, αν μπορεί να το πιστέψει κανείς, ήταν η μεγαλύτερη της καριέρας του (3ος πέρσι σε όλη τη Ευρωλίγκα). Για να το θέσουμε με τρόπο σαφή: όχι απλά ο ρόλος του Σπανούλη δεν έχει περιοριστεί ιδιαίτερα από τα 31 στα 35 του χρόνια, αλλά, όντας πέρσι σε ηλικία που πολλοί αρχίζουν να σκέφτονται την απόσυρση, συμμετείχε ενεργά σε περισσότερες κατοχές απ’ ότι σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της καριέρας του. Κι όλα αυτά επιβεβαιώνεται τόσο από πιο προηγμένους δείκτες όσο, φυσικά, και από την παρακολούθηση βίντεο.

Ως προφανές αποτέλεσμα, τα λάθη του Σπανούλη, η διαχείριση των οποίων αποτελεί διαχρονικά ένα από τα λίγα αρνητικά του, έχουν εκτοξευθεί τις δύο τελευταίες χρονιές.

Το 2017 ο Σπανούλης, σε όλη την Ευρωλίγκα, ήταν 1ος σε λάθη ανα παιχνίδι, 1ος σε λάθη ανά 28 λεπτά, 1ος σε λάθη ανά 100 κατοχές, ενώ το ποσοστό των λαθών του (Turnover %) ήταν το 3ο σε όλη τη λίγκα (ανάμεσα σε παίκτες με τουλάχιστον 20 συμμετοχές).

Το 2018, παρά το ότι τα λάθη του ελαφρώς μειώθηκαν, ο Σπανούλης ήταν και πάλι πρώτος σε λάθη ανά παιχνίδι, 1ος σε λάθη ανά 28 λεπτά (μίνιμουμ 20 συμμετοχές), 4ος σε λάθη ανά 100 κατοχές, με το Turnover% να είναι 3ο ανάμεσα σε όλους τους guard που έπαιξαν τουλάχιστον όσα λεπτά έπαιξε κι εκείνος. Επίσης, ήταν πρώτος με 17 λάθη στα play-offs, παρά το ότι στο τρίτο παιχνίδι (το οποίο κρίθηκε νωρίς) έπαιξε 20 λεπτά κάνοντας μόλις 1. Διαφορετικά: σε τρία από τα πιο κρίσιμα περσινά παιχνίδια του Ολυμπιακού ο Σπανούλης έγραψε συνολικά 16 λάθη.

(Καθόλου τυχαία, ο Ολυμπιακός τις συγκεκριμένες χρονιές δεν μπόρεσε ποτέ να ισορροπήσει αυτά τα λάθη του Σπανούλη -είτε τρέχοντας παραπάνω, είτε βελτιώνοντας κι άλλο την άμυνα του, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο- αιμορραγώντας διαρκώς κατοχές και καθιστώντας την απόδοσή του στο επιθετικό μισό σύμβολο μπασκετικής δυσλειτουργίας)

 

Η παραπάνω φάση, είτε αυτούσια σε κάποια παραλλαγή της, έχει προκύψει αναρίθμητες φορές την τελευταία διετία. Ο Σπανούλης, έχοντας πάρει κάποιο pick κι αγγίζοντας τα όρια του overdribbling, με τους συμπαίκτες του είτε να κινούνται ασυγχρόνιστα κι αναιμικά είτε να μην κινούνται καθόλου, να προβαίνει σε ένα απονενοημένο διάβημα που καταλήγει είτε σε λάθος είτε σε άστοχο σουτ υπό δύσκολες προϋποθέσεις. Το αξιοσημείωτο στην παραπάνω στιγμή, ωστόσο, είναι ότι ο Σπανούλης δεν βλέπει καν το αμυντικό λάθος του Toupane (που δεν θα’ πρεπε να’ χει βοηθήσει) το οποίο έχει ανοίξει τον Wiltzer ελεύθερο στη γωνία —και πως να το δει όταν, πριν κινηθεί προς το καλάθι, έχει εξαντληθεί πνευματικά κάνοντας έξι ντρίμπλες στο ίδιο σημείο;

Αυτό είναι ένα παράδειγμα του πως η εξάρτηση μιας ομάδας από έναν παίκτη, ειδικά σε αυτήν την ηλικία, οδηγεί σε φάσεις που με πιο καθαρό μυαλό θα είχαν εντελώς διαφορετική κατάληξη. Εδώ, αντί ο Ολυμπιακός να βγάλει ένα τρίποντο με εξαιρετικές προϋποθέσεις, έδωσε μια ζωντανή μπάλα στον αντίπαλο —μια φάση, δηλαδή, των 5 πόντων.

Πηγή

Το παραπάνω shot-chart λέει άλλη μια πτυχή της ίδια ιστορίας. Δείτε τα σχεδόν 100 τρίποντα που εκτέλεσε πέρσι ο Σπανούλης από την κορυφή και το δεξιό φτερό. Το πρόβλημα με αυτά τα σουτ δεν είναι τόσο τα ποσοστά του, τα οποία είναι κάτω από το μέσο όρο της λίγκας χωρίς όμως να είναι άσχημα δεδομένου των συνθηκών, αλλά το ότι πολύ μεγάλο ποσοστό αυτών των σουτ ήταν δύσκολα τρίποντα μετά από step-back ή side-step. Αυτό δεν φαίνεται στο συγκεκριμένο γράφημα, αλλά είναι κάτι που γνωρίζει καλά όποιος παρακολούθησε τον περσινό Ολυμπιακό. Είναι αυτονόητο ότι ο Σπανούλης θα πάρει τέτοια σουτ γιατί αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του παιχνιδιού του, αλλά εξίσου αυτονόητο είναι ότι αυτά τα σουτ όσο περνάνε τα χρόνια οφείλουν προοδευτικά να μειώνονται —κάτι που είναι εύλογο ότι δεν έχει συμβεί (δυστυχώς δεν μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε και στατιστικά).

Με βάση όλα τα παραπάνω, πως ακριβώς κρίνουμε τις δύο τελευταίες σεζόν του Σπανούλη; Ήταν ο ίδιος θύμα της άρνησης του Σφαιρόπουλου να αναγνωρίσει πως ο ρόλος του αρχηγού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει να μειώνεται εδώ και χρόνια; Ή μήπως υπάρχει ένα δομικό στοιχείο στο παιχνίδι του Σπανούλη το οποίο, σε αυτήν την ηλικία, συνεπάγεται μια εξάρτηση από τον ίδιο η οποία δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική; Κι αν μέρος της αλήθειας κρύβεται σε αμφότερες τις ερωτήσεις, όπως είναι το πιθανότερο, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μία από τις δύο ως την κυρίαρχη αιτία; Αν ναι, ποια και γιατί;

Πριν περάσουμε από το πρόσφατο παρελθόν στο άμεσο μέλλον, πριν αφήσουμε όσα έχουν ήδη συμβεί προχωρώντας σε όσα πρόκειται να συμβούν, θέλουμε να ανοίξουμε μια παρένθεση και να μετακινηθούμε σε μια υποθετική διάσταση.

—Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν

Μια ερώτηση που δεν θυμόμαστε να έχουμε δει ποτέ διατυπωμένη σχετικά με τον Σπανούλη είναι η εξής: αν ήταν σήμερα στα prime του, ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να χτίσεις γύρω του;

Υπάρχουν δεκάδες διαφορετικοί τρόποι για να προσεγγίσει κανείς αυτό το θέμα, αλλά μια από τις πιο ενδιαφέρουσες δυνητικές απαντήσεις, κατά τη γνώμη μας, δεν κρύβεται σε κάποια Ευρωπαϊκή ομάδα ή έναν Ευρωπαίο guard ανάλογου βεληνεκούς, αλλά στους περσινούς Rockets. Ας το πούμε απερίφραστα: θεωρούμε πως, σε κάποιο παράλληλο σύμπαν και με την κατεύθυνση που έχει πάρει σήμερα το άθλημα, ο Σπανούλης θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί στον James Harden του Ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Ο Σπανούλης, δηλαδή, σε θέση point-guard full-time, έχοντας γύρω του τρεις αθλητικούς 3&D wings κι έναν καλό pick-n-roll ψηλό. Ο Σπανούλης με την μπάλα στα χέρια του διαρκώς, όχι μονοπολώντας κατοχές, αλλά ενορχηστρώνοντας κατά κύματα επιθέσεις -με σουτέρ ακροβολισμένους και πάντα έτοιμους, μ’ έναν ψηλό που ξέρει να ρολάρει- κι αποφασίζοντας μετά κατά το δοκούν. Το usage του θα έφτανε κοντά στο 35% (πέρσι του Shved, all time ρεκορ για Euroleague, ήταν στο 34%). Οι αποστάσεις θα μεγάλωναν, ίσως όσο καμιά επίθεση δεν τις έχει μεγαλώσει ποτέ στην Ευρώπη, τα τρίποντα θα αυξάνονταν με ρυθμούς-ρεκόρ, οι αντίπαλες ρακέτες θα έμοιαζαν συχνά με ελεύθερες διαβάσεις.

Ο αντίλογος στα υποθετικά σενάρια, βέβαια, δεν είναι ποτέ πολύ μακριά.

Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να λειτουργήσει; Θα μεγάλωναν αρκετά οι αποστάσεις στα εξ ορισμού μικρότερα Ευρωπαϊκά γήπεδα; Θα μπορούσαν να βρεθούν τόσοι αξιόπιστοι (και αθλητικοί) σουτέρ στο ίδιο ρόστερ; Θα έπαιζε κάποιο ρόλο η μικρότερη διάρκεια του αγώνα, η οποία θα μείωνε δραστικά τις κατοχές που θα είχαν στη διάθεσή τους οι υπόλοιποι πλην Σπανούλη (και άρα θα επηρέαζε και το πόσο ζεστοί θα παρέμεναν); Και πως θα αντιδρούσε μια τέτοια ομάδα σε σύνθετες άμυνες, οι οποίες, όπως μας θύμισε ο Popovich στα play-off του 2017, όταν εκτελούνται στο απόλυτο μπορούν να βραχυκυκλώσουν ακόμα κι αυτόν που γεμάτος αυτοπεποίθηση θεωρεί ότι έχει εξαλείψει με μαθηματική ακρίβεια τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να περιοριστεί από τους αντιπάλους του;

Οι ενστάσεις ίσως μοιάζουν με κόκκινα λαμπάκια συναγερμού, προειδοποιώντας μας πως οδηγούμαστε σε αδιέξοδο, αλλά το συγκεκριμένο νοητικό πείραμα εξακολουθεί να διατηρεί τη γοητεία του —κυρίως επειδή ο Σπανούλης στα prime του ήταν ό,τι κοντινότερο έχουμε δει στον James Harden στην ήπειρό μας (ασχέτως του ότι ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε με αυτό τον τρόπο ή σε τέτοιο ρόστερ).

Πέρα από τις σκιπ πάσες του Harden, όπου η διαφορά τους είναι το μέγεθος και όχι η ικανότητα στο διάβασμα, δεν υπάρχει στοιχείο στο παιχνίδι του Αμερικανού που ο prime Σπανούλης δεν μπορούσε να μιμηθεί (υπενθύμιση: δεν κάνουμε συγκρίσεις, ψάχνουμε αναλογίες). Μπορούσε να σουτάρει υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις —στατικά ή εν κινήσει, μετά από ντρίμπλα ή πίσω από σκριν, από μέση, μακρινή, ή και πολύ μακρινή απόσταση. Αποτέλεσε για χρόνια έναν από τους καλύτερους Ευρωπαίους guard που έχουμε δει στο 1vs1. Ήταν πολύ γρήγορος και πολύ εκρηκτικός, με εντυπωσιακό πρώτο βήμα και την ικανότητα να πηγαίνει και από τις δύο πλευρές και να τελειώνει και με τα δύο χέρια. Παρά το μέγεθός του, μπορούσε με άνεση να φτάσει μέχρι το βάθος της ρακέτας, ν’ απορροφήσει δύσκολες επαφές, να τελειώσει σε traffic. Ήταν και είναι ένας από τους πιο διαισθητικούς πασέρ που έχουν υπάρξει σε pick-n-roll καταστάσεις. Εξαιρετικός στο να οδηγεί τους αμυντικούς του πάνω στα σκριν. Μπορούσε να δει πάσες σε κάθε σημείο του γηπέδου. Είχε και έχει μεγάλη έφεση στο να κερδίζει βολές.

Όσο, λοιπόν, ο Σπανούλης πλησιάζει προς το τέλος κι όσο διάφοροι παρατηρητές αρχίζουν  να μετρούν αναμνήσεις παρά να προσδοκούν μελλοντικά κατορθώματα, αξίζει να τον αξιολογήσουμε όχι μόνο για αυτό που ήταν, αλλά και για αυτό που θα μπορούσε να γίνει. Ενίοτε, άλλωστε, η ολοκληρωτική κατανόηση ενός παίκτη -κι ο Σπανούλης απαιτεί να τον καταλάβουμε μ’ αυτόν τον τρόπο- περνά από την εξέταση δρόμων που ο ίδιος δεν περπάτησε ποτέ.

—Το άμεσο μέλλον

Αφήνοντας στην άκρη το πρόσφατο παρελθόν και τις υποθετικές συζητήσεις, επικεντρωνόμαστε στο πιο ουσιαστικό ίσως κομμάτι αυτού του κειμένου: πως ακριβώς οφείλει να χρησιμοποιηθεί ο Σπανούλης σήμερα, το 2018, σε ηλικία 36 χρονών, με τις δεδομένες δυνατότητες και αδυναμίες που η ποιότητα και η ηλικία του αντίστοιχα συνεπάγονται;

Όπως γράψαμε στο Twitter, θεωρούμε ότι ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο Obradovic τον Jasikecivius στον Παναθηναϊκό μπορεί να προσφέρει μια αρκετά καλή απάντηση στην παραπάνω ερώτηση. Διευκρινίζουμε πως δεν εννοούμε την πρώτη θητεία του Λιθουανού στο ΟΑΚΑ, όταν ήταν ακόμα σχετικά νέος, αλλά τη δεύτερη, κατά την οποία είχε συμπληρώσει τα 36 του χρόνια.

Σ’ εκείνη την ομάδα του Παναθηναϊκού, ο Jasikevicius, ερχόμενος αποκλειστικά από τον πάγκο, αποτέλεσε κάτι σαν εναλλακτική γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος —παρέχοντας ενέργεια σε μια επίθεση που πολύ συχνά έδειχνε να ξεμένει από καύσιμα (παρόλο που εκείνη τη χρονιά ο Παναθηναϊκός έφτασε στο Final Four και πολύ κοντά στον τελικό, ήταν εμφανές πως είχε μπει σε φάση παρακμής και, είτε ο Obradovic παρέμενε είτε αποχωρούσε, θα καλούνταν σύντομα να αλλάξει πολλά πράγματα στο ρόστερ του). Ο Λιθουανός, παίζοντας απελευθερωμένος στο πλευρό είτε του Καλάθη είτε του Διαμαντίδη, λειτουργούσε εξίσου ως εκτελεστής και ως δημιουργός, αλλά το σημαντικό είναι ότι σε αμφότερες τις καταστάσεις έπαιρνε την μπάλα ενώ η αντίπαλη άμυνα είτε βρισκόταν ήδη σε διαδικασία κίνησης είτε ήταν στρετσαρισμένη ως αποτέλεσμα καλού spacing.

(Αν κανείς ψάχνει συγκεκριμένα παιχνίδια που να επιβεβαιώνουν όσα γράφουμε εδώ για τον Saras εκείνης της χρονιάς, τα δύο πιο χαρακτηριστικά είναι το δεύτερο παιχνίδι με την Maccabi για τα play-off και ο ημιτελικός του Final-Four ενάντια στη CSKA)

Όπως φαίνεται σε αρκετές φάσεις του παραπάνω βίντεο, ο Obradovic έτρεχε τον Λιθουανό πολύ συχνά ως αποδέκτη της μπάλας μετά από handoffs, flare, και pindown δράσεις —οι τελευταίες όχι πολύ διαφορετικές στη φύση τους από αυτές που παραδοσιακά έτρεχε ο Σφαιρόπουλος για τον Σπανούλη (αλλά σίγουρα πολύ διαφορετικές στην ποιότητας της εκτέλεσής τους). Παράλληλα, ο Jasikevicius ήταν πολύ συχνά αποδέκτης έξτρας πάσας, απολάμβανε το πλεονέκτημα χώρου που προσέφεραν τα φονικά σκριν του Batiste, και παρέμενε συχνά ακροβολισμένος σε κάποια γωνία περιμένοντας μια σκιπ πάσα του Διαμαντίδη. Ο Jasikevicius, εν ολίγοις, δεν ξεκινούσε επιθέσεις, αλλά, ως προϊόν ενός συστήματος που έπαιζε και γι’ αυτόν χωρίς όμως να το τρέχει ο ίδιος, ήταν επιφορτισμένος με την ολοκλήρωσή τους —είτε πασάροντας, είτε εκτελώντας.

2

[Πηγή]

Αν προσαρμόσουμε τα στατιστικά του Jasikevicius ανά 28 λεπτά για κάθε μία από τις τέσσερις σεζόν που αγωνίστηκε στον Παναθηναϊκό, όπως φαίνεται στον πάνω πίνακα, μπορούμε κάλλιστα να υποστηρίξουμε πως το 2012 έκανε την καλύτερη του χρονιά στο ΟΑΚΑ —ή, σε κάθε περίπτωση, πως δεν ήταν εμφανώς χειρότερος απ’ ότι τις προηγούμενες χρονιές, κάτι που, λαμβάνοντας υπόψη την τότε ηλικία του, αποτελεί -πέρα από προσωπικό του come-back σε μια εποχή που πολλοί τον θεωρούσαν ήδη παλαίμαχο- ένα ακόμη προπονητικό επίτευγμα του Obradovic.

Η μεγάλη διαφορά του Σπανούλη από τον Jasikevicius του 2012 είναι βέβαια (παρά τους κατά καιρούς τραυματισμούς) η κατάσταση στην οποία διατηρεί το σώμα του. Η επιτάχυνση που πιάνει εδώ, διασχίζοντας το μισό γήπεδο με τρεις ντρίμπλες, είναι κάτι που ελάχιστοι παίκτες της ηλικίας του μπορούν να φτάσουν.

Συνοψίζοντας, η επιτυχία εκείνης της σεζόν του Jasikevicius οφείλεται σε τρεις παράγοντες: 1) προπονητή που ήξερε πως να τον χρησιμοποιήσει, 2) συμπαίκτες που τον καταλάβαιναν 3) αμυντικούς ικανούς και πρόθυμος να τον καλύψουν.

Πόσες από αυτές τις προϋποθέσεις ικανοποιούνται στην περίπτωση του Σπανούλη για τη χρονιά που έρχεται; Αφήνουμε εκτός τη δεύτερη, για την οποία δεν χρειάζεται καν συζήτηση, και εξετάζουμε την πρώτη και την τρίτη.

Είναι δεδομένο πως η Princeton offense του Blatt, αναμένοντας το βαθμό και τον ακριβή τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοστεί, αποτελεί ένα εξαιρετικό πλαίσιο για το παιχνίδι του σημερινού Σπανούλη. Η διαρκής κίνηση που η συγκεκριμένη επίθεση επιβάλλει δημιουργεί τις προϋποθέσεις που μπορούν να φέρουν τον Σπανούλη αναλογικά στις ίδιες ευνοϊκές καταστάσεις από τις οποίες λειτουργούσε ο Jasikevicius στον Παναθηναϊκό το 2012. Με άλλα λόγια, μια επίθεση που δεν θα περιμένει από τον Σπανούλη να τη θέσει σε κίνηση, σηκώνοντας μόνος του τεράστιο δημιουργικό βάρος, αλλά θα βρίσκεται σε κίνηση ήδη όταν η μπάλα θα φτάνει τα χέρια του.

Επειδή για τη Princeton έχουμε μιλήσει ήδη αναλυτικά τόσο εδώ όσο και εδώ, θα αποφύγουμε τις σχετικές αναφορές στο παρόν κείμενο. Αυτό που θα κάνουμε, ωστόσο, είναι να αριθμήσουμε μια σειρά συγκεκριμένων σημείων τα οποία, πάντα στο πλαίσιο της Princeton όπως αυτό ορίζεται στα δύο πάνω κείμενα, θεωρούμε πως υποδεικνύουν μια κατεύθυνση εντός της οποίας ο Σπανούλης του χρόνου μπορεί να είναι άκρως αποτελεσματικός:

  1. Δραστική μείωση σε λεπτά και Usage. O Σπανούλης του χρόνου πρέπει να παίζει γύρω στα 20’ ανά παιχνίδι και το Usage του να κυμανθεί γύρω στο 25%.
  2. Δραστική μείωση στον χρόνο που κρατά την μπάλα στα χέρια του. Όπως ο Jasikevicius το 2012, όταν ο Σπανούλης παίρνει την μπάλα οφείλουν να υπάρχουν ήδη οι προϋποθέσεις τελικής πάσας/εκτέλεσης, όχι να τις δημιουργεί ο ίδιος.
  3. Λιγότερα pull-up τρίποντα. Λιγότερα step-back και side-step. Λιγότερα σουτ από κορυφή και φτερά. Περισσότερα στατικά catch-n-shoot τρίποντα. Περισσότερα σουτ από τις γωνίες —αν αυτά ικανοποιηθούν έστω και μερικώς, προβλέπουμε μεγάλη αύξηση στο ποσοστό ευστοχίας που θα έχει από το τρίποντο.
  4. Διατήρηση του ρόλου του ως starter. Αν κι έχουμε δει φωνές που καλούν για το πέρασμα του Σπανούλη στον πάγκο, θεωρούμε πως αποτελεί έναν παίκτη ο οποίος, με τον ίδιο τρόπο που ο Παπαλουκάς λειτουργούσε καλύτερα ερχόμενος από τον πάγκο, λειτουργεί καλύτερα ως βασικός, ακόμα κι αν η πρώτη του συμμετοχή στο παιχνίδι είναι για σχετικά περιορισμένα λεπτά. Παράλληλα, με τη δομή του συγκεκριμένου ρόστερ θεωρούμε το leadership του Σπανούλη (όπως και του Πρίντεζη) απαραίτητο στην αρχή των παιχνιδιών.
  5. Μείωση στις ασίστ του. Αν και δεν τονίζεται όσο θα’ πρεπε, ο πολύ μεγάλος αριθμός στους μέσους όρους των ασίστ ενός παίκτη, όπως ακριβώς κι αν μετρώνται, πέρα από ατομικό κατόρθωμα, υπό προϋποθέσεις μπορεί να ιδωθεί και ως σημάδι ομαδικής δυσλειτουργίας (κάτι που ισχύει τόσο για τον περσινό Σπανούλη όσο και για τον Καλάθη).

Πριν κλείσουμε, μερικές επισημάνσεις για τη μεγαλύτερη αδυναμία στο φετινό ρόστερ του Ολυμπιακού, όπως τουλάχιστον διακρίνεται πριν την έναρξη της χρονιάς, δηλαδή την περιφερειακή του άμυνα.

Ποιος θα είναι ο παίκτης που θα συμπληρώνει τον Σπανούλη στην περιφέρεια; Οι υποψήφιοι είναι: Goss, Strelnieks, Μάντζαρης (επιθετικά ο Σπανούλης μπορεί να λειτουργήσει εξαιρετικά με τους δύο πρώτους στο πλαίσιο που έχει περιγραφεί παραπάνω). Κάθε ένας από αυτούς τους τρεις, σε συνδυασμό με τον Σπανούλη, δημιουργεί ένα εξαιρετικά ευάλωτο αμυντικά backcourt —κι αν λάβουμε υπόψη την έλλειψη αθλητικότητας και στην frontline του Ολυμπιακού, καταλαβαίνει κανείς ότι οι πρώτες προβλέψεις γι’ αυτό που θα παρουσιάσουν αμυντικά οι Πειραιώτες, τόσο ως προς την προστασία του Σπανούλη όσο και συνολικά ως ομάδα, είναι μάλλον δυσοίωνες (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατά καιρούς ομάδες χωρίς καλούς ατομικά αμυντικούς δεν έχουν παρουσιάσει αποτελεσματικές ομαδικές άμυνες).

Κάτι που έχουμε δει επίσης να κυκλοφορεί ως ιδέα είναι η μεταφορά του Σπανούλη σε ρόλο καθαρού point-guard με τον Toupane δίπλα του στο 2. Θεωρούμε πως κάτι τέτοιο δημιουργεί περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνει. Σε μια τέτοια περιφέρεια, είτε με τον Παπανικολάου είτε με τον Timma στο 3, ο Σπανούλης μετατρέπεται αυτόματα όχι απλά στον μοναδικό περιφερειακό δημιουργό, αλλά στον μοναδικό περιφερειακό ball-handler, κάτι που του αναθέτει πολλά από τα καθήκοντα που δεν θεωρούμε ότι πλέον πρέπει να διεκπεραιώνει ο ίδιος (γι’ αυτό στον ΠΑΟ του 2012 πάντα δίπλα στον Jasikevicius έπαιζε τουλάχιστον ένας εκ των Καλάθη ή Διαμαντίδη).

Μια βασική ερώτηση εδώ είναι: Μπορούν οι διάφορες match-up ζώνες του Blatt, με κεντρικούς πυλώνες τους Παπανικολάου και Toupane (οι οποίοι είναι οι μοναδικοί παίκτες στο ρόστερ του Ολυμπιακού με άνω του μέσου όρου αμυντικές ικανότητες), να καλύψουν αυτά τα μειονεκτήματα;

Αναμένουμε.

 

 

 

One thought on “Ο Σπανούλης στη Χώρα της Τρίτης Ηλικίας

Add yours

  1. Φοβερό άρθρο και πλήρως κατατοπιστικό.

    Θεωρώ το θέμα με τον Σπανούλη είναι στο μυαλό του… Αν το πάρει απόφαση θα βρεθούν τα σχήματα να μπορεί να συντηρηθεί. Καλώς ή Κακώς το φετινό ρόστερ δεν προμηνύει κάτι τέτοιο.

    Βέβαια μία παράμετρος, όσον αφορά την διαμόρφωση του φετινού backcourt του Ολυμπιακού, είναι το συμβόλαιο του Μάντζαρη. Θεωρω δεν ταιριάζει στα θέλω του μπλατ ένας τέτοιος παίκτης και δη με αυτό το συμβόλαιο σε περιορισμένο Budget. Ειδάλλως θα ερχόταν ο πιεραι χέωρι και θα μιλούσαμε από άλλη βάση.

    είδωμεν.

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Create a website or blog at WordPress.com

Up ↑