12 χρόνια μετά: Πυροτεχνήματα κι Αντικατοπτρισμοί

“Αρχίζει. Τα φλας [αστράφτουν] για να απαθανατίσουν το jump ball του μεγάλου αγώνα.”

Πρώτη Σεπτέμβρη 2006. Δέκα και μισή το πρωί ώρα Ελλάδος, η Εθνική εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών σε ημιτελικό Mundobasket, και η φωνή του Βασίλη Σκουντή μεταφέρει τις αρχικές εικόνες από την Saitama της Ιαπωνίας.

Περίπου δύο ώρες μετά τις πρώτες λέξεις της περιγραφής, όλοι προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της επιτυχίας —η Ελλάδα έχει προκριθεί στον τελικό, έχει ξεπεράσει τους 100 πόντους, και το έχει κάνει κερδίζοντας την Team USA, μια ομάδα που δεν χάνει σχεδόν ποτέ σε διοργανώσεις της FIBA και διαθέτει μερικούς από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου.

Ο ημιτελικός της Saitama έχει υμνηθεί όσο λίγα παιχνίδια στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ —αν κανείς σκεφτεί τις εικόνες που τον συνοδεύουν, τότε θα συνειδητοποιήσει πως τα στιγμιότυπα είναι χαραγμένα στη μνήμη σχεδόν όσο και τα αντίστοιχα του 1987. 

Οι Έλληνες παίκτες που πανηγυρίζουν έχοντας σχηματίσει έναν νοητό κύκλο, ο Carmelo που στέκεται απογοητευμένος δίπλα τους, ο LeBron που αποχωρεί με την πλάτη γυρισμένη στις λευκές φανέλες που αγκαλιάζονται στο κέντρο του γηπέδου, ο φωτεινός πίνακας με τα κόκκινα γράμματα να τονίζουν το 101-95, και ο Θοδωρής Παπαλουκάς να πανηγυρίζει κοιτώντας τον πάγκο με υψωμένη γροθιά.

Ενώ, ωστόσο, η μετέπειτα συζήτηση, τόσο τις επόμενες ημέρες όσο και τα επόμενα χρόνια εξαντλήθηκε σε όρους θριαμβολογίας και πανηγυρισμών, ένα αξιοπερίεργο στοιχείο είναι πως ελάχιστοι ασχολήθηκαν με όσα συνέβησαν στο παρκέ μέχρι η Ελλάδα να φτάσει στη νίκη. Όλοι θυμούνται τα τελευταία λεπτά: το μεγάλο τρίποντο του Σπανούλη, το λάθος του Φώτση στην επαναφορά, και, ίσως, το κυριαρχικό κάρφωμα του LeBron όταν προς το τέλος προσπαθούσε να φτάσει σχεδόν μόνος του στην ανατροπή.

Ποιος, όμως, θυμάται το χλιαρό ξεκίνημα και τον τρόπο που η Ελλάδα επέστρεψε στα μέσα της δεύτερης περιόδου; Ποιος θυμάται τον τρόπο που ο Θοδωρής Παπαλουκάς αποκωδικοποιούσε κάθε κίνηση, κάθε πλάγιο βήμα, κάθε κενό, κάθε πιθανή γωνία πάσας στην αμερικανική άμυνα; Ποιος θυμάται πως, σε ολόκληρο σχεδόν το δεύτερο ημίχρονο, η Εθνική έπαιξε χωρίς center, με σχήματα στα οποία συνυπήρχαν και εναλλάσσονταν Τσαρτσαρής, Ντικούδης, και Μιχάλης Κακιούζης; Ποιος, ακόμα, θυμάται συγκεκριμένες φάσεις -μία τάπα, μία σπουδαία assist, ένα τέλεια εκτελεσμένο σύστημα- που επηρέασαν καταλυτικά το momentum;

Από την άλλη, εκτός από τις παραπάνω ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με συγκεκριμένες, αλλά σημαντικές, αγωνιστικές πτυχές του ημιτελικού, αν κανείς προσπαθήσει να επεκτείνει τον ορίζοντα της σκέψης του γύρω από τον τρόπο που εξελίχθηκε το παιχνίδι, τότε μπορεί να προκύψουν ακόμα περισσότερα ερωτήματα.

Πως κατάφερε η Ελλάδα, μία ομάδα που στηριζόταν στο πλεονέκτημά της στο μισό γήπεδο λόγω των εξαιρετικών guards της, να επιβιώσει και, εν τέλει, να κυριαρχήσει απέναντι στο πολύ διαφορετικό tempo των Ηνωμένων Πολιτειών; Ήταν μία εξαίρεση που επιβεβαίωσε τον κανόνα, ή μήπως ήταν μία απόδειξη πως, από τη στιγμή που υπάρχουν περιφερειακοί με την αντίληψη για δημιουργία να είναι βασικό χαρακτηριστικό τους, τότε ένα σύνολο μπορεί να προσαρμοστεί ή και να αποδώσει καλύτερα σε πιο γρήγορο ρυθμό; Θα μπορούσε αυτό το παιχνίδι να χαρακτηριστεί ως ένα από αυτά που θεωρούνται ορόσημα για την μετάβαση του ευρωπαϊκού μπάσκετ σε ένα μέλλον συνυφασμένο με το υψηλό tempo και την άμεση εκτέλεση, ενώ παράλληλα θα διατηρούνταν ακέραια κάποια θεμελιώδη χαρακτηριστικά όπως οι pick n roll συνεργασίες και η χρήση των screens ως εργαλείο δημιουργίας στο μισό γήπεδο;

Ακόμα κι αν έχουν περάσει 12 χρόνια, οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι απόλυτες, κι αυτό προκύπτει λόγω πολλών παραγόντων. Το μπάσκετ των διοργανώσεων της FIBA έχει διαφορετικά δεδομένα σε σχέση με όσα ισχύουν σε συλλογικό επίπεδο (αν και, προφανώς, ένας αγώνας με τις ΗΠΑ τοποθετεί πολλά απ’ αυτά τα δεδομένα εκτός συζήτησης), η Ελλάδα του Mundobasket ήταν ένα σύνολο που προετοιμαζόταν και συνυπήρχε αρμονικά για μία διετία πριν τον ημιτελικό της Saitama, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες που εμφανίστηκαν με πολλές αλλαγές και με διαφορετικούς πρωταγωνιστές από αυτούς της ομάδας των Ολυμπιακών του 2004, ενώ, εκτός από την συνύπαρξη σε εθνικό επίπεδο, το ελληνικό roster διέθετε πυρήνες παικτών που είτε έπαιζαν εκείνη την περίοδο στην ίδια ομάδα (Παναθηναϊκός), είτε είχαν συνεργαστεί μεταξύ τους σε προηγούμενες φάσεις της καριέρας τους (με κυριότερο πυρήνα τον Ηρακλή από τον οποίο πέρασαν και συνυπήρξαν Διαμαντίδης, Χατζηβρέττας, Παπαδόπουλος, Σχορτσιανίτης). Εκτός από τα παραπάνω, η Ελλάδα είχε την πολυτέλεια να διαθέτει ταυτόχρονα τρεις από τους καλύτερους Ευρωπαίους guards (Διαμαντίδης, Παπαλουκάς, Σπανούλης) —η Saitama δεν ήταν σε καμία περίπτωση πυροτέχνημα, αλλά ήταν το σπουδαιότερο παράσημο για μία ομάδα που σκαρφάλωσε στην κορυφή των δυνατοτήτων της την κατάλληλη στιγμή.

Ενώ, όμως, δεν μπορούν να προκύψουν απόλυτα συμπεράσματα σχετικά με το κατά πόσο αυτή η νίκη στιγματίζει την πορεία μετάβασης της Ευρώπης σε ένα διαφορετικό είδος μπάσκετ, σχετικά με το αν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ένα καινούριο επιχείρημα στην συζήτηση για την σμίκρυνση του χάσματος μεταξύ Ευρώπης και NBA, ή σχετικά με το αν μια εξευρωπαισμένη εκδοχή του αθλήματος που θα προσαρμοζόταν στον αμερικανικό ρυθμό αποτελούσε το μονοπάτι που υποδείκνυε το μέλλον, αυτό που συνειδητοποιεί ο φίλαθλος που βλέπει ξανά τον ημιτελικό είναι ο εκπληκτικός τρόπος με τον οποίο οι Έλληνες παίκτες είδαν τα στοιχεία που συνιστούσαν το τελικό αποτύπωμα της καριέρας τους να αντικατοπτρίζονται στο παρκέ: η εξωκοσμική παρουσία του Δημήτρη Διαμαντίδη οποτεδήποτε η Εθνική χρειαζόταν κάποιον που θα ήλεγχε το νήμα του momentum, ο τρόπος που ο Θοδωρής Παπαλουκάς αποφάσιζε για την ροή της επίθεσης μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου, η μαχητική νοοτροπία του Βασίλη Σπανούλη που σηκωνόταν με θράσος ανεξαρτήτως αντιπάλου, οι Έλληνες forwards και η σεμιναριακή προσαρμογή τους απέναντι στην αθλητικότητα των Αμερικανών, ο Νίκος Χατζηβρέττας ως εκπρόσωπος της συνέπειας του ιδανικού role player, ο Σοφοκλής Σχορτσιανίτης με μια κυριαρχική εμφάνιση σαν σύντομη πτήση σε έναν ουρανό που ποτέ δεν κατάφερε να κατακτήσει (ο μοναδικός που αποτελεί εξαίρεση σ’ αυτό το σύνολο των αντικατοπτρισμών), ή ακόμα και ο Λάζαρος Παπαδόπουλος, ο οποίος ήταν αυτός που προσαρμόστηκε λιγότερο από όλους στον ρυθμό του αγώνα, σαν μια μικρογραφία ενός μέλλοντος που το μπάσκετ θα γυρνούσε την πλάτη στους ψηλούς που ζούσαν στο low post. Και μαζί με τον αντικατοπτρισμό της καριέρας όλων των παικτών, αυτός της πορείας του Παναγιώτη Γιαννάκη —πολύ περισσότερο από την ταύτισή του με τα σπουδαία χρόνια του Άρη, ο Γιαννάκης ήταν ανέκαθεν ταυτισμένος με την παρουσία του στην Εθνική.

  • Ο Δημήτρης Διαμαντίδης και το πολύτιμο νήμα του momentum   

Αν κανείς σταθεί στο πρώτο διάστημα της αναμέτρησης, τότε συνειδητοποιεί πως το παιχνίδι θα μπορούσε να έχει ξεφύγει υπέρ των Αμερικανών, ακριβώς όπως είχε συμβεί σε δεκάδες προηγούμενα παιχνίδια των Ηνωμένων Πολιτειών σε τουρνουά της FIBA: ένας αντίπαλος που ακολουθεί στην πρώτη περίοδο, ένα ξέσπασμα των ΗΠΑ που εδραίωνε την διαφορά γύρω στους 15 πόντους, και μια επιστροφή που σπάνια έως ποτέ γινόταν πραγματικότητα.

Η Ελλάδα βρέθηκε σ’ ένα τέτοιο μεταίχμιο στα μέσα της δεύτερης περιόδου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προηγήθηκαν με 33-21 μετά από μια αστραπιαία ακολουθία: εύστοχο midrange του Carmelo, επιβλητικό κάρφωμα του LeBron στον αιφνιδιασμό, floater του Carmelo που απογειώθηκε πάνω από τον Λάζαρο Παπαδόπουλο πριν αφήσει την μπάλα στο καλάθι, lay-up του Carmelo στον αιφνιδιασμό, ελεύθερο τρίποντο του Joe Johnson από την γωνία —αν οι Αμερικανοί συνέχιζαν στον ίδιο ρυθμό, η διαφορά θα μπορούσε να φτάσει εύκολα στους 20 πόντους. Ο Παπαδόπουλος ευστόχησε σε floater για δύο, οι Αμερικανοί έχασαν την επόμενη επίθεση και η κατοχή ήταν ξανά ελληνική, όμως ο Σχορτσιανίτης έχασε το εύκολο κάρφωμα και τους έδωσε την ευκαιρία για αιφνιδιασμό –περισσότερο απ’ αυτό, τους έδωσε την ευκαιρία να αποκτήσουν ξανά το momentum της προηγούμενης καταιγίδας. Για μία ακόμα φορά, ωστόσο, ο Δημήτρης Διαμαντίδης ήταν εκεί ελέγχοντας αυτό το αόρατο νήμα που ορίζει την έννοια του momentum. Παρατηρώντας ξανά την φάση, στο μυαλό έρχεται ένα μικρό απόσπασμα από το “Χταπόδι με τα Δέκα Μάτια”:

“Δημιούργησε την προσδοκία ότι θα είναι πάντα εκεί, παρών, όποτε το παιχνίδι δείχνει να χάνεται οριστικά, με οποιονδήποτε τρόπο χρειαστεί, και τη δημιούργησε όχι μόνο σε φιλάθλους, προπονητές και συμπαίκτες, αλλά, πρώτα και κύρια, στον ίδιο του τον εαυτό. 

Ανέπτυξε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται και να χειραγωγεί τους συσχετισμούς του παιχνιδιού σε πρωτόγνωρο επίπεδο, χρησιμοποιώντας δέκα ζευγάρια μάτια που σκάναραν ασταμάτητα το χωροχρόνο, σα να μπορούσε ταυτόχρονα να είναι και ο πρωταγωνιστής ενός αγώνα και ο πιο ουδέτερος παρατηρητής του.”

Μετά το χαμένο κάρφωμα του Σχορτσιανίτη, ο Chris Paul επιχείρησε το coast to coast, o Διαμαντίδης αντιλήφθηκε την πορεία της φάσης, κινήθηκε προς τον κεντρικό διάδρομο, πήρε τα βήματα του CP3, και τον έκοψε την στιγμή που άφηνε την μπάλα στο καλάθι —μετά την απογείωση του Διαμαντίδη, η διαφορά δεν άνοιξε ποτέ ξανά υπέρ των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ποια ήταν η ακολουθία των επόμενων φάσεων;

Φάουλ πάνω σε τρίποντο του Σπανούλη και τρεις εύστοχες βολές, κλέψιμο του Παπαλουκά και δίποντο του Διαμαντίδη στον αιφνιδιασμό, lay-up του Παπαλουκά απέναντι σε οργανωμένη άμυνα, μία μικρή παύση με καλάθι και εύστοχη βολή από τον Dwight Howard, και, τέλος, ένα εύστοχο τρίποντο του Διαμαντίδη.

  • Ο Θοδωρής Παπαλουκάς ως εκτελεστής

Στο διάστημα αμέσως μετά την τάπα του Διαμαντίδη στον Chris Paul, κι ενώ έτρεχε η ακολουθία ελληνικών πόντων που μόλις προαναφέραμε, ο Παπαλουκάς ευστόχησε στο lay-up για το 30-33. Στην αρχή της φάσης, ο Σπανούλης διέγνωσε πως δεν μπορεί να εκδηλωθεί αποτελεσματικός αιφνιδιασμός και επέστρεψε την μπάλα στον Παπαλουκά που βρισκόταν στην κορυφή. Ο Σχορτσιανίτης έδωσε το screen, κι επειδή δεν προέκυψε κενό για τελική πάσα μετά το roll του Big Sofo, ο Παπαλουκάς επιχείρησε και ευστόχησε στο αριστερό lay-up.   

Ενώ στο παιχνίδι είχαν ήδη υπάρξει αρκετές επιθέσεις που ο Έλληνας guard ήταν αυτός που αποφάσιζε για την ροή της επίθεσης, η παραπάνω φάση ήταν η πρώτη που ο Παπαλουκάς βρέθηκε σε ρόλο εκτελεστή. Παρατηρώντας την άμυνα, συνειδητοποιεί κανείς πως ο Dwight Howard δεν είχε καν στο μυαλό του πως υπάρχει περίπτωση διείσδυσης, και εφησυχάζει στο να καλύψει την περίπτωση της πάσας —ο Παπαλουκάς το αντιλαμβάνεται άμεσα και εκτελεί εκμεταλλευόμενος το ύψος του, προσθέτοντας ένα ακόμα δεδομένο σε αυτά που έχει να αντιμετωπίσει η αμερικανική άμυνα.

  • Ο Θοδωρής Παπαλουκάς ως δημιουργός και το πρώτο πυροτέχνημα του Σοφοκλή Σχορτσιανίτη

Μερικές φάσεις πριν, ο Σχορτσιανίτης, όπως προαναφέραμε, χάνει ένα εύκολο κάρφωμα και δίνει στους Αμερικανούς την ευκαιρία για μία καινούρια καταιγίδα. Πλέον, με το σκορ στο 33-36 μετά το τρίποντο του Διαμαντίδη, η Ελλάδα βρίσκεται σε διαδικασία αλλαγής του status της στο παιχνίδι (από αυτό της ομάδας που ακολουθεί με υπερπροσπάθεια μεταβαίνει σε αυτό του ίσου διεκδικητή), ενώ ο Σχορτσιανίτης έχει προσαρμοστεί στο tempo του παιχνιδιού —το χαμένο κάρφωμα ήταν η δεύτερη ελληνική κατοχή από τη στιγμή που είχε πατήσει στο παρκέ, ενώ πλέον συμπληρώνεται ένα τρίλεπτο και αρκετές επιθέσεις που του έδωσαν τον χρόνο να ενταχθεί στο κλίμα.

Στην αρχή της φάσης, ο Σχορτσιανίτης παίρνει το rebound, και, αφού δίνει άμεσα την μπάλα στον Παπαλουκά, διασχίζει τον κεντρικό διάδρομο φτάνοντας στην αντίπαλη ρακέτα. Ο Παπαλουκάς, ενώ έχει μόλις αποφύγει την πίεση του Chris Paul, διακρίνει το κενό, πασάρει πίσω από το κέντρο, και η μπάλα φτάνει στον Σχορτσιανίτη που βρίσκεται μόνος με το καλάθι. Την στιγμή που ο Έλληνας center καρφώνει, ο Elton Brand, ο οποίος έχει μόλις αντικαταστήσει τον Howard, έχει ξεκινήσει ένα καταδικασμένο άλμα για να κόψει τον Σχορτσιανίτη πάνω από το καλάθι —ο LeBron που προσπαθεί να τον σταματήσει από μπροστά δεν έχει καμία ελπίδα μετά το δυνατό πάτημα του Έλληνα center.  

***

Μέχρι την Saitama, το ταξίδι του Σχορτσιανίτη ήταν ήδη γεμάτο προορισμούς και διαφορετικές ιστορίες: το ξεκίνημα στην Καβάλα, ο Ηρακλής, το draft που τον επέλεξαν οι Clippers, το περιστατικό χειροδικίας με τους Λιθουανούς στο Mundobasket Εφήβων το 2003, οι εντάσεις για να φύγει από την Θεσσαλονίκη, η παρουσία στην Ιταλία με την Cantu, ο Άρης, το μπάσκετ που ποτέ δεν έπαιξε με τα κιτρινόμαυρα, ο Ολυμπιακός, και η ευκαιρία μιας νέας αρχής. Πάντα στα όρια, πάντα κόντρα σε εχθρούς, πάντα μόνος, πάντα ξεχωριστός, πάντα χωρίς να επιβεβαιώνει τις προσδοκίες. Ο ημιτελικός της Saitama είναι η σπουδαιότερη στιγμή του, το αποκλειστικά δικό του πυροτέχνημα –ακριβώς όπως η λάμψη τους διαρκεί λίγο και μετά χάνονται στο σκοτάδι, ο Σχορτσιανίτης, για μία νύχτα, έλαμψε σαν φως σ’ έναν ουρανό που τελικά δεν θα κατάφερνε να κατακτήσει.

***

Πέρα από την ένταξη του Σχορτσιανίτη στο παιχνίδι, αλλά και από το γεγονός πως αυτή η φάση αποτελεί την πρώτη μεγάλη στιγμή της κυριαρχικής εμφάνισης που θα ακολουθούσε από τον Έλληνα center, το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η αντίληψη του Θοδωρή Παπαλουκά. Ακόμα κι αν πιέστηκε στην αρχή της επίθεσης, ο Έλληνας guard πρόλαβε να υπολογίσει τα δεδομένα και τις παραμέτρους μέσα στον χρόνο που χρειάστηκε ο Σχορτσιανίτης για να φτάσει από το κέντρο του γηπέδου στο ύψος των βολών.

Αν κανείς παρακολουθήσει ξανά το παιχνίδι, μένει έκπληκτος μπροστά στον τρόπο που ο Παπαλουκάς κατευθύνει κάθε πτυχή της ελληνικής επίθεσης. Έπαιξε 33 λεπτά, και ολοκλήρωσε το παιχνίδι με 12 assists (2 λάθη), όλες με την ελληνική επίθεση εν κινήσει, όλες απέναντι στα μακριά χέρια και την αλτικότητα των Αμερικανών, όλες με ελάχιστο χρόνο και χώρο στη διάθεσή του, όλες με αμυντικό να τον πιέζει μέχρις εσχάτων —δύσκολα μπορούμε να σκεφτούμε Ευρωπαίο guard, πλην του Sarunas Jasikevicius, που θα μπορούσε να έχει την επιρροή που είχε ο Παπαλουκάς στον ημιτελικό της Saitama.

  • Βασίλης Σπανούλης: ο δικός του (παγωμένος) κόσμος

Το παιχνίδι έχει φτάσει στα μέσα της τρίτης περιόδου, το status της Ελλάδας στην αναμέτρηση έχει αλλάξει, όμως αυτό το χρονικό σημείο είναι το πιο επικίνδυνο —οι Αμερικανοί βρίσκονται εξίσου μακριά τόσο από το momentum της ελληνικής ανατροπής της δεύτερης περιόδου, όσο και από το βάρος της διαχείρισης μιας ανατροπής στις τελευταίες κατοχές.

Δέκα δευτερόλεπτα απομένουν για την επίθεση, κι η μπάλα φτάνει στα χέρια του Βασίλη Σπανούλη –γι’ αυτά τα δέκα δευτερόλεπτα, η ομάδα του ανήκει, ακριβώς όπως αυτό αποτυπώνεται σε κάθε του κίνηση στο παρκέ, ακριβώς όπως το υποδεικνύει η στάση του κορμιού του πριν ξεκινήσει κάθε διείσδυση, ακριβώς όπως, λίγα χρόνια μετά την Saitama, έμελλε να του ανήκει το μέλλον του Ολυμπιακού. Το απόσπασμα που έρχεται στο μυαλό είναι από το κείμενο “Βασίλης Σπανούλης: πριν παγώσει τον χρόνο”:

“Τι άλλο καταφέρνουν τα συνεχή στιγμιότυπα που παράγει ο Βασίλης Σπανούλης αν όχι να παγώνουν το χρόνο; Η εικόνα του, ο τρόπος που σκεφτόμαστε και θα σκεφτόμαστε για αυτόν, παραμένει καθηλωμένος σ’ αυτά τα σουτ, μέχρι το σημείο όπου ο Σπανούλης απλά ισούται μ’ αυτές τις στιγμές, σαν να μην υπάρχει τίποτα πριν και τίποτα μετά από αυτές.”

Όταν ο Σπανούλης παίρνει την μπάλα, επιχειρεί να διεισδύσει όμως μια λάθος ντρίμπλα τον σταματά και αναγκάζεται να δοκιμάσει ξανά από την αρχή. Ο Chris Paul καλύπτει τον διάδρομο, η διείσδυση δεν υπάρχει πια ως επιλογή, κι έτσι ο Τσαρτσαρής δίνει το screen ώστε ο Έλληνας guard να επιτεθεί από τον δεξιό διάδρομο. Στην εξέλιξη της φάσης, ο Paul δεν έχει περάσει το screen, ενώ o Brand δεν βγαίνει στο τρίποντο για να μαρκάρει με την κίνηση του σώματός του δείχνει πως ήθελε να καλύψει την διείσδυση. Μόλις ο Σπανούλης το καταλαβαίνει, δεν κάνει καν το επιπλέον βήμα για να φτάσει κοντά στο τρίποντο, αλλά σηκώνεται ακαριαία και ευστοχεί από τα επτά μέτρα.

Ο χρόνος παγώνει στη διάρκεια του άλματος πριν το σουτ —ο Brand παραδίνεται χωρίς καν να σηκώσει το χέρι του, το σκορ γίνεται 59-50, και η πίεση για τις Ηνωμένες Πολιτείες μεγαλώνει ακόμα περισσότερο.

  • Οι forwards: 13 λεπτά από το μέλλον

Μετά το τρίποντο του Σπανούλη, η Ελλάδα ευστοχεί σε ακόμη ένα —ο Διαμαντίδης στέκεται απέναντι στον LeBron, κάνει το βήμα πίσω, και ευστοχεί για το 62-50. Μετά από αυτό, ο LeBron κερδίζει ένα φάουλ και ευστοχεί σε μία βολή, το σκορ γίνεται 62-51, και η κατοχή επιστρέφει στην Ελλάδα. Ο Παπαλουκάς βρίσκεται στην κορυφή, παίρνει το screen του Τσαρτσαρή, και δύο Αμερικανοί βγαίνουν πάνω του. Μετά από το screen, ο Τσαρτσαρής μένει στο τρίποντο, ευστοχεί μετά την πάσα του Παπαλουκά, και το σκορ γίνεται 65-51.

Στην αμέσως επόμενη ελληνική επίθεση, ο Παπαλουκάς κάνει σχεδόν το ίδιο με τον Ντικούδη. Ο Έλληνας guard παίρνει το screen, ο Ντικούδης ρολάρει στην ρακέτα, και, στη συνέχεια, ο Παπαλουκάς δίνει την πάσα με τον Έλληνα forward να αφήνει την μπάλα στο καλάθι για το 67-53.

Το πρώτο παράγωγο των δύο παραπάνω φάσεων ήταν μία νέα αλλαγή στο status της Ελλάδας στην αναμέτρηση.Ξεκινώντας από το πρώτο επίπεδο (ομάδα που προσπαθεί να ακολουθήσει), η Ελλάδα μετατράπηκε σε ίσο διεκδικητή, ενώ μετά τις παραπάνω φάσεις βρέθηκε στη θέση της ομάδας που ελέγχει την αναμέτρηση.

Εκτός απ’ αυτό, το χαρακτηριστικό που υπογραμμίζεται είναι τα όσα πρόσφεραν οι Έλληνες forwards στον ημιτελικό της Saitama —όλα τα στοιχεία που τους καθιστούσαν πολύτιμους στις ομάδες τους, όλη η εμπειρία που είχαν αποκτήσει από το κορυφαίο επίπεδο της Ευρωλίγκας, κάθε screen, κάθε κίνηση χωρίς την μπάλα, κάθε τοποθέτηση για rebound, κάθε πτυχή ενός πολυμορφικού χαρακτήρα σε άμυνα και επίθεση ήταν ένας αντικατοπτρισμός της υπόλοιπης καριέρας τους, τόσο αυτής που προηγήθηκε όσο και αυτής που θα ακολουθούσε.

Για να συνειδητοποιήσει κανείς το πόσο σημαντικοί ήταν, χρειάζεται πρώτα να σημειωθεί το εξής: ο Σοφοκλής Σχορτσιανίτης πήγε στον πάγκο με 7:18 να απομένουν για την τρίτη περίοδο και επέστρεψε στο παρκέ ενώ απέμεναν 4:29 για το τέλος. Για σχεδόν 13 λεπτά, η Ελλάδα έπαιξε χωρίς κλασικό center, χρησιμοποιώντας σχήματα με δύο εκ των Τσαρτσαρή, Ντικούδη, Κακιούζη, παρουσίασε διαφορετικές δράσεις εκμεταλλευόμενη τον versatile χαρακτήρα στο παιχνίδι τους (το γεγονός, δηλαδή, πως ήταν ικανοί να συμμετέχουν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους στην επίθεση), και το έκανε αυτό είτε χρησιμοποιώντας τους ως screeners που δημιουργούσαν ανισορροπία στην αμερικανική άμυνα και προϋποθέσεις για ελεύθερα σουτ, είτε ως εκτελεστές ανάλογα με την ικανότητα του καθενός (pick n pop δράσεις με τον Τσαρτσαρή και τον Φώτση να εκμεταλλεύονται το μακρινό τους σουτ, pick n roll και επιθέσεις στο low post με τον δυναμισμό του Ντικούδη κοντά στο καλάθι, και εκτέλεση από μέση απόσταση με κάποιες χαρακτηριστικές στιγμές του Κακιούζη ο οποίος ήταν αρνητικός από το τρίποντο στον ημιτελικό, όμως έμεινε 27 λεπτά στο παρκέ προσφέροντας όλα τα υπόλοιπα).

Αξιολογώντας τα επιμέρους στοιχεία του ημιτελικού, τα 13 αυτά λεπτά ξεχωρίζουν ως κάτι που μπορεί οπωσδήποτε να κατηγοριοποιηθεί ως στοιχείο προοικονομίας μιας μελλοντικής αλλαγής. Σε μια εποχή που η έννοια του smallball δεν ήταν ευρέως γνωστή στην ευρωπαϊκή μπασκετική ορολογία, ενώ ακόμα και στο NBA η ύπαρξη του κλασικού center δεν θεωρούνταν καθόλου ξεπερασμένη (στην Saitama, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν σχήμα χωρίς center ως τελευταία λύση για μια πιθανή ανατροπή, ενώ, έναν χρόνο μετά, οι Blazers επέλεξαν τον Greg Oden στο νούμερο 1 του draft προσπερνώντας τον Kevin Durant), ακόμα κι αν κάποιος αντιτάξει πως, εκτός του Φώτση, οι υπόλοιποι Έλληνες forwards διέθεταν το παιχνίδι με πλάτη στη φαρέτρα των δυνατοτήτων τους, η Ελλάδα παρατάχθηκε για ένα διόλου αμελητέο χρονικό διάστημα με μία καινοτομία που προηγούνταν της εποχής της.

Παρατηρώντας αποστασιοποιημένα τον ημιτελικό, αυτό που προκύπτει σχετικά με τα ερωτήματα που τέθηκαν στην εισαγωγή είναι ένα είδος δεδομένων, τα οποία ναι μεν απορρίπτουν την περίπτωση μιας σπάνιας εξαίρεσης και μπορούν να αποτελέσουν ερέθισμα στη συζήτηση με θέμα την εξέλιξη του ευρωπαϊκού μπάσκετ και το κατά πόσο θα μπορούσε να πλησιάσει τον διαφορετικό ρυθμό του NBA, από την άλλη όμως οι ιδιαιτερότητες που συνοδεύουν το παιχνίδι (μπάσκετ FIBA, μια ομάδα χωρίς συνοχή απέναντι σε ένα σύνολο με ουσιαστικούς κώδικες επικοινωνίας, μία γενιά Ελλήνων παικτών που αναπτύχθηκε και ωρίμασε στο ιδανικό σημείο), δεν επιτρέπουν σε αυτά τα δεδομένα να στοιχειοθετήσουν ένα νέο δόγμα που γέρνει περισσότερο προς την ταχύτητα και τον υψηλό ρυθμό (κάτι που επίσης θα μπορούσαν να στηρίξουν είναι το να τοποθετήσουν τον ημιτελικό της Saitama σε μία ξεχωριστή κατηγορία στην οποία θα συνυπάρχει με τον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου το 2008, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες κέρδισαν την Ισπανία με 118-107).

Τελικά, αν σε κάποιον αρκεί η συνειδητοποίηση του μεγέθους της επιτυχίας και η απόλαυση μιας σπουδαίας νίκης, αρκεί να δει ξανά ολόκληρο το παιχνίδι υπό ένα διαφορετικό πρίσμα —έχοντας κατά νου να ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο αντικατοπτρίζεται το αποτύπωμα της καριέρας των πρωταγωνιστών πάνω στο παρκέ.

 

 

3 thoughts on “12 χρόνια μετά: Πυροτεχνήματα κι Αντικατοπτρισμοί

Add yours

  1. Hoopfiction, θελω μια βοήθεια και το γράφω εδώ γιατι ισως μπορει να με βοηθήσεις: Θέλω να μάθω πώς ακριβώς υπολογίζεται η κλάση U18 και η κλάση U20 στα εφηβικα της FIBA. Δλδ πχ, το 2018, οι παικτες που μπορουν να παιξουν σε αυτες τις δυο κλάσεις, από πότε έως πότε έχουν γεννηθεί;

    Like

    1. Αντιγράφουμε από το βιβλίο κανονισμών που έχει αναρτήσει online η FIBA:

      “To establish the date of birth corresponding to the age limit for an age group, the following
      procedure is used: the age limit given in the definition must be subtracted from the year
      in which a competition takes place with the understanding that this year begins on 1st
      January. As an example, the age limit for U-19 in a competition in 2013 shall be: 2013-19
      = 1994. Any player born on 1st January 1994 or after this date will be entitled to participate
      in a competition for U-19 in 2013.”

      Βάσει του πως το κατανοούμε εμείς, και χρησιμοποιώντας ως υποθετικό παράδειγμα ένα U-20 που διοργανώνεται το 2018: 2018-20=1998. Επομένως, δικαίωμα συμμετοχής έχει κάθε παίκτης γεννημένος μετά την 1η Ιανουαρίου 1998. Αντίστοιχα και για τις υπόλοιπες ηλικιακές κατηγορίες.

      Ο σύνδεσμος για το βιβλίο κανονισμών (ο υπολογισμός ηλικίας αναλύεται στην σελίδα 16 του PDF, κάτω από τον υπότιτλο “Establishing Age Limit”): http://www.fiba.basketball/downloads/training/agents/Eligibility%20of%20Players%20&%20Intl%20Transfers%20&%20Registration.pdf

      Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Create a website or blog at WordPress.com

Up ↑